Κεφάλαιο έβδομο
Πολιτικές Συναισθημάτων στο Ειδικό Σχολείο.
Εισαγωγή
Τα συναισθήματα των μαθητών στο ειδικό σχολείο δίνουν αφορμή για ατέρμονες συζητήσεις, ποικίλες ερμηνείες και στρατηγικές επικοινωνίας. Στόχος του κεφαλαίου αυτού είναι η αναζήτηση της σχέσης της αναπηρίας με τα συναισθήματα, μια σχέση δύσκολη όπου οι διαφορετικές και φαινομενικά ασύνδετες θεωρητικές προσεγγίσεις περί συναισθημάτων επανεξετάζονται υπό το πρίσμα του κοιωνικού μοντέλου της αναπρίας. Στα αρχικά στάδια της επιτόπιας έρευνας θεωρούσα ότι τα συναισθήματα και οι διαδικασίες ενσυναίσθησης δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν αυτόνομο πεδίο μελέτης, όμως με τον καιρό, καθώς η επιτόπια παρατήρηση συνεχιζόταν, άρχισαν να διαφαίνονται μια σειρά στοιχεία που με οδήγησαν στο να επικεντρωθώ στο θέμα αυτό, το οποίο ολοκληρώνει την παρούσα εθνογραφική έρευνα.
Αναπάντεχα συμβάντα, διαθέσεις, επιθυμίες, φοβίες, ερμηνείες και παρερμηνείες των όσων παρατηρούσα γέμιζαν τις σελίδες των σημειώσεών μου. Αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας είναι το κεφάλαιο που ακολουθεί, το οποίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος θα επιχειρηθεί μια γενική θεωρητική ανάλυση των συναισθημάτων, εξηγώντας το πέρασμα από την οντολογία στους όρους διαπραγμάτευσης και στις έννοιες της ενσυναίσθησης και της αισθησιακότητας, όπως διασταυρώθηκαν στον τομέα της αναπηρίας. Στο δεύτερο μέρος ακολουθεί η κριτική παρουσίαση των εθνογραφικών δεδομένων από το ειδικό σχολείο. Πόσο ορατά και πόσο προσωπικά είναι τα συναισθήματα των μαθητών και πώς συνδέονται με τα δομικά χαρακτηριστικά του ειδικού σχολείου; Στην προσπάθειά μου να εξηγήσω το κλίμα που επικρατεί στο ειδικό σχολείο στράφηκα στη φαινομενολογική διάσταση της ύπαρξης. Το αδιαμοίραστο της βλάβης συνδέεται με το «πανανθρώπινο» και το «αδιανόητο» των συναισθηματικών εκφράσεων που απασχολούν τη σχολική κοινότητα, σε ένα διλημματικό πλαίσιο γέννησης συναισθημάτων μέσα από ενσυναισθητικές διαδικασίες που εντοπίζονται, αυτές της διδασκαλίας, της φροντίδας, της φοίτησης, της ψυχολογικής υποστήριξης και της εργασίας.
7.1 Αναπηρία και Συναισθήματα: Θέμα Ενσυναίσθησης και Αισθησιακότητας.
‘Is there anyone who has not, at least once,
walked into a room and “felt the atmosphere?’
(Teresa Brennan, 2004:1)
Τα συναισθήματα στο χώρο της ανθρωπολογίας εξετάστηκαν τόσο ως φαινόμενα σε ένα πολιτισμικό πλαίσιο, όσο και ως νοητικές λειτουργίες με αυτόνομο περιεχόμενο. Οι ανθρωπολογικές μελέτες αναφέρουν ότι τα συναισθήματα, ακόμη και αν δεχτούμε να τα συμπεριλάβουμε ως στοιχεία που συμπληρώνουν την ύπαρξη του ατόμου μέσα σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον, αποτελούν ωστόσο αφορμές για να δούμε την ανθρώπινη ύπαρξη ξεχωριστά από τον πολιτισμό (Sangren 2001:191). Τα συναισθήματα είναι αυτόνομες αντιδράσεις μέσα σε έναν κόσμο συλλογικών εμπειριών και διαντιδράσεων (Fajans 2006:103). Συναισθήματα όπως η λύπη, η χαρά, η περηφάνια, η ντροπή είναι αυτόνομα αλλά διαπλέκονται με συναισθήματα που προκαλούνται μέσα από διαδικασίες πολιτισμικά προσδιορισμένες, όπως της φροντίδας και της εγκατάλειψης, οι οποίες δημιουργούν άλλα συναισθήματα στις συνθήκες που βιώνουν οι άνθρωποι. Η διαδικασία της ενσυναίσθησης δημιουργείται από τη συσχέτιση του υποκειμένου προς ένα άλλο υποκείμενο (υποκείμενα) ή αντικείμενο (αντικείμενα).
Η αλληλεπιδραστική αυτή σχέση υποκειμένου και περιβάλλοντος δεν είναι όμως μια συνεχής και αδιάλειπτη διαδικασία εξωτερίκευσης ή απόκρυψης συναισθημάτων, αλλά μια ασαφής και πολύ συχνά χαοτική διαδικασία στη σφαίρα του αδιανόητου (unintelligibility), γεγονός το οποίο υπογραμμίζεται όταν τα υποκείμενα δεν μιλούν από την ίδια θέση, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της συσχέτισης ανάπηρων και μη ανάπηρων ατόμων. Το αδιαμοίραστο της βλάβης τονίζεται από περιχαρακώσεις, παρανοήσεις και στερεότυπα επικοινωνίας στη διαδικασία ατελούς ενσυναίσθησης, με αποτέλεσμα τα συναισθήματα των ανάπηρων ατόμων συχνά να ερμηνεύονται με όρους βλάβης (ιατρικό μοντέλο της αναπηρίας).
Η φιλοσοφική σκέψη μελέτησε τα συναισθήματα με διάφορους τρόπους και το κυριότερο φιλοσοφικό ζήτημα είναι η αναζήτηση της δημιουργίας των συναισθημάτων, η γέννησή τους και η αποδόμησή τους στο επίπεδο της προσωπικής και συλλογικής εμπειρίας. Ειδικότερα, στο έργο του Aaron Ben-Ze’ev (2000) υποστηρίχτηκε ότι τα συναισθήματα μπορούν να παρατηρηθούν στα συστατικά τους στοιχεία, ενώ στο έργο της Martha Nussbaum (2001) και της Nancy Chodorow (1999) δίνεται έμφαση στις διαφορετικές αξιολογήσεις των συναισθημάτων. Το ενδιαφέρον της κοινωνικής ανθρωπολογίας στράφηκε στο πώς μπορούν να συνδεθούν τα συναισθήματα με το ευρύτερο κοινωνικοπολιτισμικό περιβάλλον και να διασταυρωθούν οι πληροφορίες έτσι ώστε να οδηγηθούμε όχι μόνο στα εκφρασμένα συναισθήματα αλλά και στις σιωπές, οι οποίες αποτελούν συναισθηματική εκδήλωση που όμως δυσκολεύει το έργο των ανθρωπολόγων (Achino-Lueb 2004). Η δυσκολία αυτή οδήγησε την ανθρωπολογική σκέψη στον φιλοσοφικό στοχασμό, για να εξηγηθεί ο διϋποκειμενικός χαρακτήρας των συναισθημάτων από την πλευρά της παρατήρησης.
Στο χώρο της φιλοσοφίας οι Nussbaum και Chodorow επικέντρωσαν την προσοχή τους στη σύνδεση του εσωτερικού εαυτού με το εξωτερικό κοινωνικό περιβάλλον, ενώ ο Ben-Ze’ ev δεν ενδιαφέρθηκε τόσο να συνδέσει τον εσωτερικό με τον εξωτερικό κόσμο αλλά προσπάθησε να εξετάσει τα συναισθήματα αυτόνομα και να οδηγηθεί στον καθορισμό των στοιχείων που τα απαρτίζουν, κατηγοριοποιώντας τα συναισθήματα ως αποκρίσεις σε εξωτερικές μεταβαλλόμενες συνθήκες. Σ΄αυτό το σημείο εγείρεται ένα σοβαρό οντολογικό ερώτημα για το αν τα συναισθήματα προϋπάρχουν ή/και εκδηλώνονται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες του εξωτερικού κόσμου.
Η Martha Nussbaum υποστηρίζει ότι τα συναισθήματα αποτελούν «νοητικές αποκρίσεις της αντίληψης του κόσμου των αξιών» (2001:1) και ότι το προσωπικό στοιχείο ενυπάρχει στα συναισθήματα, τα οποία είναι συνυφασμένα με αυτό που ονομάζουμε ανθρώπινη ύπαρξη, συμπληρώνοντας ότι «τα συναισθήματα είναι συγκαταθέσεις απέναντι στην πραγματικότητα του εξωτερικού κόσμου» (2001:39). Για παράδειγμα, το συναίσθημα της λύπης, πανταχού παρόν στο χώρο της αναπηρίας, καθορίζεται από νοητικές ακολουθίες απέναντι σε συνθήκες του εξωτερικού κόσμου που το άτομο μόνο γνωρίζει. Τα συναισθήματα δηλαδή είναι ένα πεδίο προσωπικής αντίδρασης απέναντι σε καταστάσεις του εξωτερικού κόσμου, οι οποίες εκλαμβάνονται σε φαντασιακό επίπεδο (Αnderson 1983, Williams 1977). Σύμφωνα με την Nussbaum, αν αισθανθώ λύπη για το θάνατο της μητέρας μου, εφόσον η μητέρα μου ζει, αναφέρομαι σε ένα ψευδές συναίσθημα σε σχέση με τις συνθήκες του εξωτερικού κόσμου, ωστόσο το συναίσθημα αυτό υπάρχει, είναι ένα γεγονός. Ενώ η Anderson (ό.π.) συνδέει τη φαντασιακή κατάσταση με πραγματικά γεγονότα, η Nussbaum θεωρεί ότι η σχέση υποκειμένου και αντικειμένου είναι αυτή που δημιουργεί το κατάλληλο πλαίσιο έμπνευσης για να αισθανθούμε, χωρίς αυτό να σημαίνει κατανάγκη ότι συμβαίνει πραγματικά.
Η σύνδεση του ειδικού σχολείου ως τόπου με τις διηγήσεις των μαθητών, των συναδέλφων και τις δικές μου παρατηρήσεις, δεν γίνεται αντιληπτή ως μια προκαθορισμένη ενότητα σκέψεων. Η βλάβη είναι το αδιαμοίραστο (impairment) στοιχείο των ανάπηρων ατόμων, η οποία όμως μπορεί να ερμηνευτεί με διάφορους τρόπους. Η προσπάθεια ερμηνείας της βλάβης γίνεται το κύριο χαρακτηριστικό της σχολικής ζωής. Οι μαθητές προσπαθούν, αποκρινόμενοι πολλές φορές με διαφορετικό τρόπο (ανοιχτά ή σιωπηλά) στις εξωτερικές συνθήκες. Το αδιαμοίραστο της βλάβης γίνεται συχνά το εμπόδιο για την ερμηνεία των συναισθημάτων. Ωστόσο υπάρχουν πραγματικά στοιχεία του εξωτερικού κόσμου τα οποία επηρεάζουν τα συναισθήματα μέσα από τη σταθερή επανάληψή τους. Τα επαναλαμβανόμενα αυτά στοιχεία είναι η διάγνωση και η συνδρομή της ψυχολογικής υποστήριξης, που δημιουργούν το κλίμα μέσα στο οποίο ταλαντεύονται τα συναισθήματα.
Επίσης, έχει επισημανθεί ότι τα συναισθήματα δεν εκφράζονται μόνο λεκτικά και, όπως αναφέρει η Nussbaum, ο ρόλος της γλώσσας είναι υπερεκτιμημένος στην ερμηνεία των συναισθημάτων (2001:155). Επιπλέον, η γλώσσα μπορεί να αλλάξει τα συναισθήματα. Αναφερόμαστε στα συναισθήματά μας επηρεασμένοι από την περιγραφή τους (Nussbaum 2001:149). Η γλώσσα μπορεί πιθανότατα να μεταφράσει τα συναισθήματά μας, όχι όμως πάντα (Nussbaum 2001:155, 156).
Ο Jerome Bruner έδωσε μια διαφορετική εξήγηση στην πολιτισμική επιρροή απέναντι στα συναισθήματα, υποστηρίζοντας ότι όλοι οι πολιτισμοί δημιουργούν τις προϋποθέσεις έκφρασης συναισθημάτων και οι άνθρωποι δεν είναι δέσμιοι του πολιτισμού τους, προσαρμόζουν τον εαυτό τους σε πολιτισμικές εκφράσεις (1990:65-66). Στην περίπτωση της Nussbaum τα συναισθήματα είναι απόρροια των σκέψεών μας, σκέψεων που σε μεγάλο βαθμό αποτελούν τον συνδετικό κρίκο της ανθρώπινης ύπαρξης. Στον φιλοσοφικό της στοχασμό και σε όλο το έργο της, τα συναισθήματα είναι τα ίδια αξιολογικές κρίσεις και δεν αποτελούν μια κατάσταση η οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνει αξιολογικές κρίσεις (2001:76). Τα συναισθήματα έτσι αποτελούν πανανθρώπινες αποκρίσεις και αυτό που χρειάζεται είναι η ανακάλυψη της γραμματικής των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων τους σε διαφορετικά κάθε φορά πολιτισμικά περιβάλλοντα. Υπονοείται δηλαδή μια ισόρροπη επίδραση τόσο της βιολογίας όσο και του πολιτισμού, μια εξήγηση που δεν φαίνεται να ταιριάζει με τον τρόπο ερμηνείας των συναισθημάτων των ατόμων με νοητικές βλάβες. Δεν έχουμε όλοι τις ίδιες αφετηρίες σκέψης, όπως υπονοεί η Nussbaum, και τον ίδιο βαθμό προσαρμογής στις εξωτερικά μεταβαλλόμενες συνθήκες, όπως υποστηρίζει ο Bruner. Αντιθέτως τα συναισθήματα προκαλούν μια σειρά μεταγλωσσικών εκφράσεων οι οποίες δημιουργούν τις συνθήκες ύπαρξής τους σε διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα (Wierzbicka 2004, 1996, Goddard and Wierzbicka 2002) και δεν αποτελούν κοινές, πανανθρώπινες νοητικές διεργασίες.
Οι φιλοσοφικές και ανθρωπολογικές μελέτες για τα συναισθήματα έδωσαν μεγάλη έμφαση στις σχέσεις διαπραγμάτευσης του εαυτού με τα συναισθήματα των άλλων, όπου τα συναισθήματα διαπλέκονται με τις πολιτισμικές πρακτικές και δημιουργούν αποκρίσεις απέναντι στα ερεθίσματα του πολιτισμού. Οι θεωρητικές προσεγγίσεις επηρεάστηκαν από τη φιλοσοφική σκέψη των Karl Marx, Sigmund Freud, Michel Foucault, Maurice Merleau-Ponty και Judith Butler. Η σχέση του προσωπικού συναισθήματος με τα συναισθήματα των άλλων προκάλεσε μια ατέρμονη συζήτηση για την προέλευση των συναισθημάτων, μια συζήτηση που οδήγησε την Ann Cvetkovich να επισημάνει ότι το προσωπικό συναίσθημα στη σύγχρονη εποχή είναι προσωπικό και πολιτικό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι πάντα πολιτικό (1992:3). Με ανάλογο τρόπο στο χώρο της αναπηρίας τα συναισθήματα αναλύθηκαν με βάση τις πολιτικές/συλλογικές αναπαραστάσεις της καταπίεσης (Oliver 1990,1996) ή τις προσωπικές φωνές, συχνά διαφορετικές μεταξύ τους, οι οποίες ερμηνεύονται υπό το πρίσμα στερεοτύπων επικοινωνίας απέναντι στην αναπηρία (Corker 1998, 2001). Δίνεται η εντύπωση μιας συμπεριληπτικής ανάλυσης, έτσι ώστε τα συναισθήματα να λαμβάνουν υπόψη όλες τις εκφάνσεις των αισθήσεων, προς μια ενσυναισθητική διϋποκειμενική εμπειρία, η οποία οδηγεί στην απόκρυψη συναισθημάτων ή στην παρερμηνεία τους.
Με παρόμοιο τρόπο στο χώρο του φεμινισμού υποστηρίχτηκε η άποψη ότι οι πολιτικές συναισθημάτων, αυτή η αμφίδρομη σχέση ατόμου-κοινωνίας/πολιτισμού, συχνά ευθύνονται για τα «γιατί» των ανεκπλήρωτων συναισθημάτων, κυρίως όσον αφορά πρόσωπα που δεν μπορούν εύκολα να διαπραγματευτούν τη δημόσια εικόνα τους (Berlant 2000:3). Αυτή η ατελής σχέση ατόμου-κοινωνίας είναι το κύριο πεδίο έρευνας και στον τομέα των Σπουδών της Αναπηρίας. Η συναισθηματική κατάσταση της «τραγικότητας», όπως την ανέλυσε ο Michael Oliver (1990), είναι αποτέλεσμα των κοινωνικών αντιλήψεων περί αναπηρίας.
Συνδυάζοντας τη φαινομενολογία και τις θεωρίες της κοινωνικής κατασκευής, η Sylvia Burrow (2005:27) υποστηρίζει ότι δεν αρκεί να μείνουμε αποκλειστικά στην ερμηνεία των συναισθημάτων αλλά να αναδείξουμε τη δυναμική που αναπτύσσεται στις μεταξύ μας σχέσεις και από ποια θέση αναγνωρίζουμε τα συναισθήματα των άλλων (Burrow 2005:28). Η Sue Campbell (1994, 1997) μελέτησε την κοινωνική κατασκευή των συναισθημάτων, αναδεικνύοντας την εξουσιαστική τους δύναμη. Σύμφωνα με την Campbell, μεγάλο ρόλο παίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο ερμηνεύουμε τα συναισθήματα. Η ερμηνεία των συναισθημάτων λαμβάνει χώρα σε ένα περίπλοκο σχήμα διαφορετικών θέσεων, εξηγούμε τα συναισθήματα των άλλων ανάλογα με την σχέση που έχουμε με τον άνθρωπο που τα εκφράζει, μια διαδικασία διπλής όψης, η οποία αφορά όχι μόνο τον εκφραστή των συναισθημάτων αλλά και τον ερμηνευτή τους (Campbell 1994:52). Η Burrow συμπληρώνει σ΄ αυτό το σημείο ότι τα συναισθήματα είναι αποκρίσεις όχι μόνο σχετιζόμενες με τις διαφορετικές μας θέσεις αλλά επηρεαζόμενες από την κατάσταση που επικρατεί, πέρα από τις διαπροσωπικές μας σχέσεις, και μας οδηγούν στο να χάνουμε τον έλεγχό μας, τόσο ως εκφραστές όσο και ως αποδέκτες των συναισθημάτων. Δεν είναι δηλαδή το συναίσθημα μόνο ζήτημα διαπραγματευτικής ισχύος αλλά και της δυνατότητάς μας να εξηγήσουμε μόνοι μας γιατί δεν μπορούμε να εκφραστούμε. Δεν σταματάμε την έκφραση των συναισθημάτων μας επειδή δεν ελέγχουμε τον άλλον που μάς ακούει αλλά και γιατί δεν βρίσκουμε τη δύναμη να ερμηνεύσουμε τα συναισθήματά μας λόγω κοινωνικών συνθηκών. Για να κατανοήσουμε την αλληλεπιδραστική αυτή σχέση απαιτούνται αρκετά στοιχεία των ιστοριών ζωής (Burrow 2005:29-30).
Η ερμηνεία των συναισθημάτων περιστρέφεται γύρω από το ερώτημα «Πώς βλέπω εγώ τον εαυτό μου;», ένα ερώτημα το οποίο καθορίζεται από τους κοινωνικούς κανόνες και το πώς αναμένεται να αντιδράσουμε σε κάθε περίπτωση (Campbell 1997:143). Ο συναισθηματικός εαυτός δεν είναι αποτέλεσμα των κοινωνικών προσδιορισμών των συναισθημάτων, αλλά αποτελεί προϊόν διαχειριστικής δυνατότητας, η οποία στρέφεται σε εσωτερικές αναζητήσεις που με τη σειρά τους δημιουργούν αυτό το περίπλοκο σύστημα ερμηνείας των συναισθημάτων. Τα συναισθήματα κατά την Campbell δεν είναι αποκλειστικά επιβολές αλλά και αποκρίσεις ή μη αποκρίσεις υποκειμένων, όχι πάντα ικανών να εκφραστούν, τα οποία γίνονται εσωστρεφή χωρίς πάντα να γνωρίζουν το γιατί, αναπτύσσοντας έναν αρνητικό λόγο περί της συναισθηματικής τους κατάστασης (Campbell 1997:154). Η κατηγοριοποίηση των συναισθημάτων σύμφωνα με τις κοινωνικές νόρμες δεν βοηθά στο να εξηγήσουμε τα συναισθήματά μας, δηλαδή ποια συναισθήματα ερμηνεύουμε σε σχέση με άλλα συναισθήματα· εκείνο που κυρίως ενδιαφέρει είναι η επιβολή των κυρίαρχων ερμηνειών που οδηγούν στην παρερμηνεία των συναισθημάτων μας. Το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από την κοινωνική κατασκευή των συναισθημάτων στο επίπεδο των εξουσιαστικών σχέσεων απόκρυψης και εσωτερίκευσής τους και στους τρόπους δημιουργίας άνισης αποδοχής των κάθε λογής διαφορετικών ερμηνειών των συναισθημάτων μας. Υπάρχουν άνθρωποι όπου η συναισθηματική τους κατάσταση δεν ερμηνεύεται με βάση τις κατηγοριοποιήσεις των συναισθημάτων όπως αυτές επιβάλλονται από τις κυρίαρχες νόρμες. Για παράδειγμα, αναρωτιόμαστε γιατί ένας άνθρωπος δεν εκφράζει το θυμό του ή τη θλίψη του, ενώ σύμφωνα με τις υπάρχουσες κοινωνικές καταστάσεις, όπως ερμηνεύονται κυριαρχικά, θα έπρεπε να τα εκφράσει (Burrow 2005:33, Campbell 1997: 106). Η ερμηνεία, ως διαδικασία και παραγωγός νοημάτων, συμπυκνώνει τις στάσεις μας και τις αντιλήψεις μας απέναντι στα συναισθήματα των άλλων. Δηλαδή, η φεμινιστική οπτική ενδιαφέρεται περισσότερο για τις σχέσεις που αναπτύσσονται με αφορμή τα συναισθήματα, το κλίμα εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας είναι υπεύθυνο για τα συναισθήματα που νομίζουμε ότι υπάρχουν.
Στο ίδιο μοτίβο, η Sara Ahmed (2004), μελετώντας τον κόσμο των συναισθημάτων στο πλαίσιο των σύγχρονων κοινωνιών, ανέλυσε τις πολιτικές δημιουργίας των συναισθημάτων, οι οποίες περιθωριοποιούν άτομα που δεν βρίσκονται μέσα στα όρια της κοινωνίας. Τα ανολοκλήρωτα συναισθήματα είναι αποτέλεσμα της καταπίεσης που δέχονται τα άτομα αυτά. Το ζήτημα της πανσπερμίας των συναισθημάτων στον σύγχρονο δυτικό κόσμο οδήγησε και την Eispeth Probyn στο συμπέρασμα ότι τα συναισθήματα πρέπει να εξετάζονται υπό το πρίσμα των συνθηκών που βιώνουν διαφορετικά σώματα σε διαφορετικά κάθε φορά περιβάλλοντα (Probyn 2004:xvii). Για παράδειγμα, το συναίσθημα της ντροπής δεν είναι αυτόνομο, πρωτογενές συναίσθημα αλλά παραγωγός νέων συναισθημάτων κοινωνικά προσδιορισμένων και άμεσα συνδεδεμένο με τις κοινωνικές αντιλήψεις (Probyn 2004:15), ένας συνδυασμός εσωτερικών και κοινωνικών διεργασιών, οι οποίες δημιουργούν τη γνώση του σώματος (Probyn 2004:28).
Ενώ η Probyn επικεντρώθηκε στην εμπειρία, η Ahmed στράφηκε στις πολιτικές συναισθήματος στο επίπεδο των στρατηγικών διαμόρφωσης της ταυτότητας των περιθωριοποιημένων άλλων, ασκώντας παράλληλα κριτική στο δίπολο εσωτερικό/εξωτερικό συναίσθημα (Ahmed 2004:9). Και οι δύο συγγραφείς δεν αναζήτησαν τι είναι τα συναισθήματα, κάτι το οποίο φαίνεται ότι απασχόλησε έντονα την Nussbaum και τον Ben Ze’ ev, αλλά ενδιαφέρθηκαν να εξηγήσουν πως αυτά επηρεάζουν την κοινωνική μας ζωή και κίνηση, δημιουργώντας μια οικονομία των συναισθημάτων, όπως παρουσιάζεται στις μεταξύ μας σχέσεις (Ahmed 2004:48). Επηρεασμένη από τον μαρξισμό, η Ahmed εξηγεί τα συναισθήματα υπό την οπτική της εργασίας, η οποία δημιουργεί σύμβολα φετιχισμού που ερεθίζουν τις σχέσεις μας (Ahmed 2004:11). Ακόμα και τα ισχυρά συναισθήματα που δημιουργεί η έντονη σωματική αντίδραση του πόνου, για την Ahmed είναι εξωτερικά/κοινωνικά και όχι ιδιωτικά (Ahmed 2004:28-9). Τα συναισθήματα δηλαδή επανασχηματίζουν το σώμα και δημιουργούν καταστάσεις διαπραγμάτευσης (Ahmed 2004:54). Οι κάθε λογής κοινωνικοί εξουσιαστικοί μηχανισμοί διαμορφώνουν τα συναισθήματα, όχι μόνο το ποιες αντιδράσεις δημιουργούνται αλλά και ποιες αναμένεται να δημιουργηθούν (Ahmed 2004:76-7). Οι δυσκολίες ερμηνείας των συναισθημάτων, κατά την Ahmed, δημιουργούνται αφενός από τα αναδυόμενα σχήματα της ασφάλειας, τόσο επιτακτικά στον σύγχρονο κόσμο, και αφετέρου από τη συνθήκη των συμβατικών ορίων που δημιουργούν την αίσθηση της άνεσης ή της δυσκολίας (Ahmed 2004:147-8). Από τη μία το να συνεργάζεσαι με ανάπηρα άτομα στο ειδικό σχολείο έχει να κάνει με το συναίσθημα της προσφοράς και των καλών συνθηκών εργασίας –όπως πολλοί επαγγελματίες μου τόνισαν, όσον αφορά το ωράριό τους– αλλά από την άλλη πλευρά, το να υπάρχει κανείς μέσα σε ένα ειδικό σχολείο του δημιουργεί τα συναισθήματα της λύπης και της δυσκολίας να κατανοήσει το «πώς είναι να ζεις σαν ανάπηρος», όπως πάλι μού τόνισαν πολλοί εργαζόμενοι στο ειδικό σχολείο. Η επιτόπια παρατήρηση πραγματοποιήθηκε εν μέσω οικονομικής κρίσης και οι εργαζόμενοι στο χώρο της αναπηρίας εξέφρασαν συχνά την ανησυχία τους για το μέλλον των εργασιακών τους κεκτημένων, έτσι το συναίσθημα της ασφάλειας κλονιζόταν και παράλληλα οι σχέσεις τους με τις φωνές των ίδιων των ανάπηρων ατόμων δεν ήταν πλέον το μείζον ζήτημα για τους εργαζόμενους.
Το ερμηνευτικό πλαίσιο της Sara Ahmed απομακρύνεται από την ψυχολογική οπτική αλλά στέκεται στις κοινωνικές και πολιτισμικές θεωρήσεις των συναισθημάτων (Ahmed 2004:9). Τα συναισθήματα εξηγούνται στις μεταξύ μας σχέσεις (ό.π.:10), πώς εμείς ερμηνεύουμε την ύπαρξή μας με βάση τις κοινωνικές νόρμες (ό.π.:12). Και στην περίπτωση της Ahmed τα συναισθήματα αποτελούν νοητικές αποκρίσεις στις καταστάσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος. Το ενδιαφέρον της στρέφεται περισσότερο στην αποδόμηση δημόσιων κειμένων (ιστοσελίδων, εκθέσεων, δημοσιογραφικών άρθρων) όπου τα συναισθήματα συγκαλυμμένα, πανταχού παρόντα όμως, διαπραγματεύονται τη δημόσια σφαίρα της ύπαρξης (ό.π.:14). Δεν ενδιαφέρει η οντολογία των συναισθημάτων αλλά τι δημιουργούν τα συναισθήματα και πώς ερμηνεύονται με κοινωνικούς όρους, όχι μόνο σε επίπεδο ατόμου αλλά και συλλογικών αντιλήψεων και στρατηγικών επικοινωνίας με αφορμή το λόγο περί συναισθημάτων. Περιγράφοντας την «οικονομία των συναισθημάτων» μέσα από τις σχέσεις διαπραγμάτευσης του εαυτού με τις κοινωνικές συνθήκες ύπαρξής του, φαίνεται ότι τα συναισθήματα αποτελούν αφορμές επιβολής ορίων μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο επικοινωνιακών στρατηγικών, όπως για παράδειγμα τα συναισθήματα του φόβου και της απέχθειας δημιουργούνται στο χώρο των περιθωριοποιημένων σωμάτων και επιβάλλουν τα όρια διαπραγμάτευσης των σωμάτων αυτών. Η ντροπή συνδέεται με την ιστορία της υποταγής και των ασύλων, δεν είναι ένα ατομικό συναίσθημα αλλά μια συλλογική προσπάθεια διαχείρισης του άλλου, όπως επίσης συμβαίνει και με την αγάπη.
Τα συναισθήματα όμως μελετήθηκαν και στο πεδίο της ανθρωπολογίας της εκπαίδευσης. 0 Tim Ingold (2000) υποστήριξε ότι οι δεξιότητες και τα συναισθήματα των μαθητών σχετίζονται με τις ενσώματες πολιτισμικές διαφοροποιήσεις τους και όχι τόσο με την ανάλυση της αποκτημένης γνώσης. Με παρόμοιο τρόπο η Kay Milton (2002) σημείωσε ότι τα συναισθήματα δρουν ως μηχανισμοί μάθησης και επεξεργασίας της προσοχής και ο Thorste Gieser (2008) συμπληρώνει ότι τα συναισθήματα διαμορφώνονται μέσα από τη διαδικασία της ενσυναίσθησης που προκαλείται κατά τη διάρκεια της μάθησης. Τα συναισθήματα μετασχηματίζονται σε δεξιότητες μέσα από τους μετασχηματισμούς της γλώσσας (βλ. επίσης Greenfield et al 2003, Rogoff et al 2003, Pelissier 1991). Οδηγούμαστε έτσι στη διαπίστωση ότι οι δεξιότητες ενσωματώνονται στο modus operadi της ανάπτυξης του ανθρώπινου οργανισμού διαμέσου επιτελεστικών πράξεων κατά την εκπαιδευτική διαδικασία (Ingold 2000:5). Οι εκπαιδευόμενοι μαθαίνουν τον πολιτισμό για τον εαυτό τους μάλλον, με το πρόσχημα της ανάπτυξης των δεξιοτήτων τους.
Στην ανθρωπολογία, η διαδικασία της ενσωμάτωσης πολιτισμικών στοιχείων μελετήθηκε ως αποτέλεσμα μίμησης, δηλαδή μέσα από μιμήσεις διαφορετικών σωμάτων συντελείται η ενσωμάτωση στοιχείων του πολιτισμού (Jackson 1989:130). Ο Michael Jackson προσανατολίστηκε σε μια κιναισθητική (kinaesthetic) εμπειρία/ες, όπου το σώμα εκφράζει σε κίνηση ενσώματες εμπειρίες που ο ανθρωπολόγος προσπαθεί κάθε φορά να αποκωδικοποιήσει (1989:135). Ωστόσο αυτό που μεταβιβάζεται μέσω της μίμησης είναι η εμπειρική αλήθεια, η οποία είναι προσωπική και όχι πολιτισμική. Η προσωπική αυτή εμπειρία γίνεται πολιτισμική όταν προστίθενται τα στοιχεία της γλώσσας. Η αλληλεπίδραση, ως στοιχείο της παρατήρησης, δημιουργεί μια κοινή κιναισθητική αντίληψη του κόσμου.
Υπό την οπτική αυτή νεότεροι ανθρωπολόγοι όπως ο Gieser (2008) προτείνουν μια φαινομενολογική προσέγγιση του σώματος και των διαντιδράσεών του με το περιβάλλον, στη βάση της ενσυναίσθησης, ως έννοιας-κλειδί για την ερμηνεία των σωματικών διαντιδράσεων με πολιτισμικούς όρους (Gieser 2008:300). Το ενδιαφέρον μεταβιβάζεται σε μια διαφορετική αντιμετώπιση της υλικότητας, τι είναι αυτό δηλαδή που ενώνει τα διαφορετικά σώματα μεταξύ τους, συμμετέχοντας σε πολιτισμικές δράσεις. Στο σημείο αυτό η Kay Milton (2002) συνδέει τις σωματικές αντιδράσεις με τα συναισθήματα και θεωρεί ότι η μελέτη των συναισθημάτων μπορεί να μας οδηγήσει στην κατανόηση του σώματος μέσα από διαδικασίες μάθησης.
Η μεταστροφή αυτή της ανθρωπολογίας από τις συμβολικές και ερμηνευτικές προσεγγίσεις στην πρακτική καταγράφηκε από την Sherry Orthner (1984). Μέχρι τότε το σώμα γινόταν αντιληπτό ως μετασχηματιστής και αποδέκτης πολιτισμικής γνώσης (Lock 1993: 136). Η επίδραση του Pierre Bourdieu (1977, 1992) οδήγησε την προσοχή των ανθρωπολόγων στο νοηματικό περιεχόμενο της πράξης και όχι στον προσδιορισμό των πολιτισμικών στοιχείων της υλικότητας αυτής καθαυτήν. Ακολούθησαν μια σειρά ανθρωπολογικές μελέτες οι οποίες δίνουν έμφαση στους όρους διαπραγμάτευσης του σώματος στον ιατρικό κόσμο, στις πολιτικές σώματος και στη μελέτη της ενσωμάτωσης της γνώσης (βλ. βιβλιογραφικές επισκοπήσεις των Αθανασίου υπό έκδπση, Csordas 1990, 1994, Lock 1993, Farnell 1999).
Οι επιρροές που δέχτηκε η ανθρωπολογία στηρίχτηκαν στη διαπίστωση του Merleau-Ponty ότι «ο κόσμος υπάρχει ήδη πριν αρχίσουν οι αντικατοπτρισμοί» (Merleau-Ponty 2005:7). Με παρόμοιο τρόπο ο Martin Heidegger προσπάθησε να εξετάσει τις a priori συνθήκες ύπαρξης: δεν είμαστε μόνοι μας, υποστήριξε, αλλά πάντα μαζί, η ύπαρξή μας είναι αποτέλεσμα της ενότητάς μας (Ηeidegger 1993:29, 31). Το σώμα συμμετέχει, συνομιλεί διαμέσου της κίνησης, όμως η κίνηση του σώματος αποκτά νοηματικό περιεχόμενο όταν υπάρχει το αντικείμενο προς το οποίο κινείται το σώμα μας (Merleau-Ponty 2005:159-61). Με άλλα λόγια τα αντικείμενα προϋπάρχουν και το σώμα συνδέεται με τα αντικείμενα που το περιβάλλουν, δημιουργώντας και κατασκευάζοντας παράλληλα την ενότητα του κόσμου και τη δική μας αντιληπτικότητα για το σώμα μας και τον κόσμο.
Ακολουθώντας τη σκέψη του Merleau-Ponty, στο ειδικό σχολείο, οι στάσεις των μελών της σχολικής κοινότητας που παρατηρούμε προϋπάρχουν και δεν είναι αποτέλεσμα παρατήρησης αλλά και δικής μας αντίδρασης απέναντι σε αντικείμενα, τα οποία υπήρχαν πριν από τη δική μας παρατήρηση. Μ΄ αυτό τον τρόπο ο Merleau-Ponty ασκεί κριτική στον εμπειρισμό και προσπαθεί να εισάγει μια εξωσωματική αλλά συνάμα εσωτερική διαδικασία αντίληψης του κόσμου, η οποία προϋπάρχει στο περιβάλλον το οποίο καλούμαστε κάθε φορά να ανακαλύψουμε μέσα από τις δικές μας αντιδράσεις. Υπό αυτή την οπτική αναφέρεται ότι συχνά οι ανθρωπολόγοι στρέφονται στην αναζήτηση της υλικότητας του σώματος, όπως για παράδειγμα στην επικέντρωση στη βλάβη, όσον αφορά το ανάπηρο σώμα, και δεν στέκονται τόσο στο λόγο περί σώματος (Gieser 2008:302, Klotz 2001).
Τα συναισθήματα αποτέλεσαν αντικείμενο της ανθρωπολογίας και συνδέθηκαν με το σώμα υπό το πρίσμα των πολιτισμικών προσδιορισμών τους. Τα συναισθήματα αποτέλεσαν πολιτισμικές εκφράσεις του σώματος και παραγωγούς νοήματος της ύλης μέσα από νοητικές διεργασίες αυτοπροσδιορισμού του ατόμου σε σχέση με τον πολιτισμό του. Έτσι το σώμα και τα συναισθήματα συνδέθηκαν με τις νοητικές διεργασίες κατανόησης του πολιτισμού (Lutz & White 1986).
Μια πρώτη απόπειρα φαινομενολογικής ερμηνείας του σώματος, αποδεσμευμένη από τις νοητικές λειτουργίες, παρατηρήθηκε στο έργο της Michelle Rosaldo (1984), όπου οι σωματικές αντιδράσεις και τα συναισθήματα είναι ενσώματες σκέψεις της καρδιάς, του δέρματος, του στομαχιού (Rosaldo 1984:143). Τα συναισθήματα, θυμός, αγάπη, μίσος, χαρά, διακρίνονται στο σώμα μας, είναι μέσα σ΄ αυτό, χωρίς να σημαίνει ότι είναι ψυχολογικές αντιδράσεις αλλά αναγνωρίσιμα σε νεύματα και όχι κρυμμένα μέσα σ΄ αυτά (βλ. επίσης Merleau-Ponty 1964:52-3). Τα συναισθήματα δεν αποτελούν εσωτερικές κρυμμένες διεργασίες ή πολιτισμικές αναγνωρίσιμες εκφράσεις, εξηγούνται αν λάβουμε υπόψη όλες τις παραμέτρους της ύπαρξης μέσα στον κόσμο (σωματική, ψυχολογική, νοητική και πολιτισμική) (Gieser 2008:304).
Σύμφωνα με τον Heidegger τα συναισθήματα εξηγούνται ως διαθέσεις, πάντα έχουμε διαθέσεις απέναντι στους άλλους και οι άλλοι απέναντι μας (Betroffenwerden) (1993:173). Δεν είναι δηλαδή αποκλειστικά εσωτερικές διαδικασίες αλλά δημιουργούνται σε ένα πλαίσιο εμπλοκών (Heidegger 1993:179). Ο φόβος δεν εξηγείται μόνο ως αποτέλεσμα του συναισθήματος αυτού καθαυτού, αλλά και με τι αντιμέτωπο έρχεται το άτομο, την ίδια την κατάσταση του φόβου και τι είναι αυτό που φοβάται το άτομο (Heidegger 1993: 179). Για αυτόν το λόγο τα συναισθήματα είναι το αποτέλεσμα αλλά και η αιτία της ατμόσφαιρας/κλίματος που δημιουργείται μεταξύ μας.
Η ατμόσφαιρα που δημιουργείται στο ειδικό σχολείο δεν είναι αποτέλεσμα αυτόνομων συναισθημάτων αλλά μια συνεχής, αν και όχι πάντα ορατή, διαντίδραση, ένα παιχνίδι σκέψεων, επιθυμιών, συναισθημάτων, διαθέσεων διαφορετικών ατόμων. Οι μαθητές προσέχουν τους μεγαλύτερους, οι μεγαλύτεροι τους μαθητές. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η Kay Milton (2002) συνέδεσε τα συναισθήματα με τη διαδικασία της μάθησης, επικεντρώνοντας την ανάλυσή της στην έννοια της προσοχής. Η έννοια αυτή, είτε την ονομάσουμε ενδιαφέρον (Izard 1991) είτε πρόβλεψη (Neisser 1976), αποτελεί κλειδί της παρατήρησης. Για παράδειγμα, μπορούμε να μάθουμε τι μας φοβίζει, τι μισούÎ