9 Νοεμβρίου: Επέτειος ενός ναζιστικού πογκρόμ

Νοέ 10, 2016 | Από την ιστορία της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Της Ελένης Καρασαββίδου.

Όπου πήγαμε στρέψαμε τον γιο ενάντια στον πατέρα και κάναμε τον φίλο του φίλου του εχθρό», έγραψε ο Μπρεχτ στο «Τρόμος και αθλιότητα του Γ’ Ράιχ» θυμίζοντας το αιώνιο αγκάθι του φασισμού: Το πρελούδιο του Ολοκαυτώματος που θα έκαιγε μια ολόκληρη ήπειρο και εκατομμύρια ανθρώπων, έχοντας θύμα πέρα από τις ζωές και τον ίδιο τον πολιτισμό, πραγματοποιήθηκε μια νύχτα του Νοέμβρη, 78 χρόνια πριν.

Στις 9 Νοέμβρη ένα μαζικό πογκρόμ ξέσπασε στο γεμάτο φως προπολεμικό Βερολίνο που ετοιμαζόταν να υποδεχτεί το πιο βαθύ σκοτάδι. Η Νύχτα των Κρυστάλλων δεν στρεφόταν μόνο ενάντια στην παρουσία του «Εβραίου υπανθρώπου» στον δημόσιο χώρο (που νοούνταν και νοείται κατ’ αρχάς ως υλική έκφραση των σχέσεων εξουσίας και «δυναμικής ισορροπίας» μεταξύ εξουσιαστών κι εξουσιαζομένων), αλλά και στην ίδια την έννοια της συνύπαρξης που στον Μεσοπόλεμο είχε κορωνίδα την περίφημη βερολινέζικη μητρόπολη, «το φως του κόσμου». Παίρνοντας ως αφορμή τη δολοφονία του Ερνστ φον Ρατ, πρέσβη του ναζιστικού καθεστώτος στο Παρίσι, από τον Χέρσελ Γκρίνσπαν, που θέλησε με μια πράξη ατομικής βίας να απαντήσει στις απάνθρωπες συνθήκες εκτοπισμού των Εβραίων πολωνικής καταγωγής, το ναζιστικό κόμμα εξαπέλυσε ένα αντιεβραϊκό παγγερμανικό πογκρόμ που στοίχισε τη ζωή σε δεκάδες ανθρώπους, διέλυσε περισσότερα από 7.000 καταστήματα κι έκαψε 1.574 συναγωγές.

Το ναζιστικό καθεστώς, προωθώντας μια κοινωνική συνοχή στηριγμένη στον ναρκισσισμό του «εθνικού εμείς», καθιστούσε την κοινωνία πρόθυμη να υπερασπιστεί με κάθε τρόπο τη φυλετική της καθαρότητα. Ακόμη και με φόνο. Τα πρόσωπα (και άρα οι πολίτες) κρύβονταν συχνά πίσω από την απρόσωπη Άρια συλλογική ψυχή, επενδύοντας στα γυμνασμένα σώματα των μαχητών και στην αδρή «καθαρότητα» του δημόσιου χώρου βασικές κοινωνικές και ψυχολογικές τους προσδοκίες, αλλά και τις εξατομικευμένες τους ευθύνες. Στο καθεστώς αυτό συνοδεύουν λίγο λίγο τους Εβραίους στη φρικιαστική πορεία του «αποδιοπομπαίου τράγου» οι αριστεροί, αρκετοί φιλελεύθεροι, οι ομοφυλόφιλοι, τα άτομα με ειδικές ανάγκες και οι Αθίγγανοι. Άλλωστε, αν κάτι μπορούμε να συναγάγουμε ως συμπέρασμα από «τα στρατόπεδα του θανάτου», έγραψε ο Ντιούιτ Μακ Ντόναλντ την επαύριο του «μεγάλου πολέμου», είναι πως αυτοί που εφαρμόζουν τυφλά τον νόμο ως εντολή της «αρχής» μπορεί να είναι εν δυνάμει πιο επικίνδυνοι από εκείνους που τον παραβιάζουν… Και οι σκηνές λιντσαρίσματος των «διαφορετικών», προπομπός των στρατοπέδων βιομηχανοποιημένου θανάτου, σχολιάζουν με μοναδικό τρόπο αυτή την αλήθεια.

Σε λίγα χρόνια, παρ΄ όλο που ο φασισμός άφηνε πίσω έναν κόσμο ερειπωμένο, το παιχνίδι δεν είχε λήξει: «Ήταν ακόμα παρών, αλλά κρυμμένος μέσα στο κουκούλι του. Προετοίμαζε την αλλαγή του για να εμφανιστεί ξανά με καινούργιο πρόσωπο, μη αναγνωρίσιμο, πιο αξιοσέβαστο, προσαρμοσμένος στις καινούργιες συνθήκες ενός κόσμου ο οποίος έβγαινε από την καταστροφή που ο ίδιος ο φασισμός είχε προκαλέσει» (Πρίμο Λέβι). Αλλά ακόμη κι έτσι, ιδίως έτσι, η «kristallnacht», κάθε Νοέμβρη, θα αποτελεί υπενθύμιση της αναγκαιότητας αυτού που ο (Γερμανός) Καντ στην «Κριτική του καθαρού λόγου» αποκαλεί «corpus mysticum», την απαραίτητη ενότητα του εαυτού και της σκιάς του με τον υπόλοιπο κόσμο. Κι αν η επίσημη ιστορική και πολιτική αφήγηση αφήνει συνειδητά και τόσο βολικά έξω από το κάδρο της ρητορικής της ό,τι θα αμφισβητούσε την εδραία άποψη πως ο φασισμός είναι εντελώς διακριτός από το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα κι αφορά αποκλειστικά τους τρόπους που η οικονομική εξουσία διαχειρίζεται την οικονομική απελπισία, υπάρχει πάντα η ποίηση, τόσο διακριτή από τα στιχάκια που δεν έχουν ματώσει στην εμπειρία, δηλαδή στη μάχη, να θυμίζει τις ρίζες του μέσα μας, τις ρίζες του πολυώνυμου πρωτοφασισμού (για να θυμηθούμε τον Εκο): Γέφυρα ανάμεσα σε εμάς και στη σκιά μας ως ανθρώπινο θαύμα η ποίηση αυτή φύτρωσε στις πέτρες του θανάτου. Κι ανάμεσά τους το κορυφαίο ίσως αντιφασιστικό ποίημα που γράφτηκε ποτέ, ο Ψαλμός του επιζήσαντος από το Αουσβιτς-Μπιρκενάου Πάουλ Τσέλαν (σε μετ. X. Λιάσκου)… Για όσους έχοντας αφήσει σαν ψεύτικο ρούχο πίσω τους τις Απόλυτες Ιδέες, τις Μεγάλες Αλήθειες, τις Καθαρές Ομάδες, τους Σωτήριους Αρχηγούς, ακόμη προσπαθούν να τραγουδούν πάνω απ τ΄ αγκάθι, αναζητώντας μάταια την πορφυρή λέξη, την Αγάπη, δηλαδή τη Ζωή… Έπειτα (ή πριν…) από κάθε μακριά Νύχτα: Κανείς δεν θα μας ξαναπλάσει με χώμα και πηλό / κανείς δεν θα ευλογήσει τη σκόνη μας. Κανείς / Δοξασθήτω το όνομά σου, ώ Κανένα. / Για χάρη σου θέλουμε / ν’ ανθίσουμε. / Ενάντια / σε σένα. / Ένα τίποτα/ήμασταν, είμαστε, θα / παραμείνουμε, θαλεροί/το ρόδο του Τίποτα / το ρόδο του Κανένα. / Με το στυλό ολοφώτεινο, / το στημόνα παντέρημο/τη στεφάνη κόκκινη / της πορφυρής λέξης που τραγουδούσαμε / πάνω, ώ πάνω/ απ’ το αγκάθι.

Πηγή: «Η εφημερίδα των συντακτών»

Μετάβαση στο περιεχόμενο