ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΥΦΛΩΝ

Η ιστορία τού Οίκου Τυφλών της Ελλάδος (Μέρος 31ο: Κεφάλαιο Δ – 4ο υποκεφάλαιο)

Ιαν 27, 2016 | 'Εργα συναδέλφων (μελέτες), ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

4ο υποκεφάλαιο: Ανάδειξη των χαρακτηριστικών τής εξέγερσης των τυφλών ως εκείνων που σηματοδοτούν ένα κοινωνικό κίνημα.

Ό,τι σήμερα εμφανίζεται ως νομικά κατοχυρωμένο και «μόνιμο» δεν είναι παρά αποτέλεσμα συσχετισμών που προέκυψαν ιστορικά από προηγούμενες συγκρούσεις. Οι συλλογικές δράσεις δεν αναλαμβάνονται ποτέ εν κενώ. Πάντοτε επηρεάζονται από τη σύγχρονή τους θεσμική συγκυρία.  Το 1974 η Χούντα πέφτει κάτω από το βάρος τής προδοσίας τής Κύπρου και στην Ελλάδα επανέρχεται η κοινοβουλευτική δημοκρατία. Έχει μεσολαβήσει η κατάληψη της Νομικής (Φεβρουάριος 1973) και οι συγκλονιστικές στιγμές τού Πολυτεχνείου το Νοέμβριο τού 1973. Η φοιτητική νεολαία, αρχικά, και η μαθητική στη συνέχεια αποτινάσσουν ένα-ένα τα ιδεολογήματα της δικτατορίας και ενεργούν ενάντια στο καθεστώς και το κατεστημένο. Οι τυφλοί μαθητές τού Οίκου Τυφλών αφουγκραζόμενοι τα προτάγματα της μεταχουντικής Ελλάδας, διεκδικούν τη χειραφέτησή τους, να πάψουν να αποτελούν μηχανές οίκτου και αντικείμενα φιλανθρωπίας και επιζητούν την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους, με κυρίαρχο το σύνθημα «Δουλειά, παιδεία και όχι επαιτεία». Κορυφαία στιγμή του αγώνα τους είναι η 2α Μαΐου 1976, οπότε και καταλαμβάνουν και λειτουργούν μόνοι τους τον Οίκο Τυφλών επί αρκετούς μήνες.

Αποτέλεσε η εξέγερση των τυφλών ένα κοινωνικό κίνημα, με την επιστημονική έννοια του όρου; Αν δεχτούμε τον όρο τού Mario Diani περί τούτου, σίγουρα ναι: Το κοινωνικό κίνημα αποτελεί διακριτή κοινωνική διαδικασία, που συνίσταται στους μηχανισμούς μέσω των οποίων διάφοροι δρώντες στρατεύονται σε συλλογικές δράσεις˙ εμπλέκονται σε συγκρουσιακές σχέσεις με σαφώς προσδιορισμένους αντιπάλους, συνδέονται με πυκνά άτυπα δίκτυα, συμμερίζονται μια διακριτή συλλογική ταυτότητα.

Η κοινωνική διαμαρτυρία εξακολουθεί να διαφοροποιεί τα κοινωνικά δίκτυα από άλλους τύπους δικτύων, έτσι οι συμμετέχοντες των κινημάτων, που στην πλειοψηφία των περιπτώσεων καταλαμβάνουν περιφερειακή θέση στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, οφείλουν να κινητοποιήσουν την κοινή γνώμη προκειμένου να συντηρήσουν την ικανότητα άσκησης πίεσης. Τα κοινωνικά κινήματα εφευρίσκουν ριζοσπαστικές μορφές δράσης προκαλώντας το κράτος δικαίου και τη δημόσια τάξη. Η χρήση διαμαρτυρίας ως εργαλείου άσκησης πίεσης έχει σημαντικές επιπτώσεις στη δομή και τη στρατηγική των κοινωνικών κινημάτων.

Η συλλογική δράση που αναλαμβάνεται από ιδιαίτερες κοινωνικές ομάδες πράγματι διευκολύνεται όταν οι ομάδες αυτές είναι εύκολα διακριτές και έχουν έντονη κοινή ταυτότητα.  Το κοινωνικό κίνημα των τυφλών εντάσσεται στην κατηγορία των σύγχρονων κινημάτων, που έχουν ξεπεράσει την αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας ή έθνους-κράτους, καθώς στερούνταν συγκεκριμένης κοινωνικής βάσης (μέχρις ενός βαθμού) και αδιαφορούσαν για την κατάκτηση της εξουσίας.

Ο ρόλος του κράτους στην οικονομία αναπτύχθηκε όλο τον 20ό αιώνα με αποκορύφωμα τη δεκαετία του ’70, και ύστερα. Αν και με διαφορετικούς ρυθμούς σε διεθνή συγκριτική βάση, περιορίστηκε με τις περικοπές των κοινωνικών δαπανών στο γύρισμα του αιώνα Το κράτος από εγγυητής της καλής λειτουργίας των αγορών πέρασε στη διαχείριση των οικονομικών δραστηριοτήτων μέσω των δημόσιων επιχειρήσεων. Επιπλέον το κράτος πρόνοιας συνέβαλε στη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Τα κριτήρια κατανομής δημόσιων πόρων, συχνά εκείνων που αφορούν την ικανοποίηση βασικών αναγκών, αποτέλεσε κρίσιμο πεδίο συλλογικής δράσης, κυρίως για ομάδες που δρούσαν σε αστικά περιβάλλοντα. Οι διαδικασίες πολιτικής φύσης επηρεάζουν την ύπαρξη ορισμένων κοινωνικών ομάδων. Καθώς γινόταν όλο και πιο φανερός ο ενεργός ρόλος του κράτους στην κατανομή πόρων, οι ευκαιρίες για κινητοποιήσεις όλο και πιο ετερογενών ομάδων αυξάνονταν.

Κατά τη διάρκεια της χούντας η παρεχόμενη πρόνοια στην Ελλάδα αναβαθμίζεται, έστω και τύποις, με τη δημιουργία διακριτής διεύθυνσης αναπήρων στο οικείο υπουργείο. Η δικτατορία λαμβάνει ορισμένα μέτρα για τους αναπήρους, με πατερναλιστικό φυσικά τρόπο, ωστόσο αυτό αφυπνίζει ακόμα περισσότερο την ανάγκη για χειραφέτηση των τυφλών, γεγονός που αποκορυφώνεται κατά τη μεταδικτατορική περίοδο, μέσα στο γενικότερο πνεύμα τής αποτίναξης των χουντικών στοιχείων από όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου. Το θρησκευτικό κατεστημένο, κυρίως στο πρόσωπο του πρωτοπρεσβύτερου Σχοινιωτάκη, το χουντικό που συμπυκνωνόταν στο πρόσωπο του στρατηγού Αχιλλέα Παυλίδη και το χτύπημα της μαθητικής κοινότητας του Οίκου Τυφλών, που αντιπροσώπευε το δημοκρατικό πνεύμα τής εποχής, ήταν τρεις παράγοντες που ενσάρκωναν παραστατικά το κίνημα των τυφλών.

Ως αξιακές πλαισιώσεις ορίζονται τα ερμηνευτικά σχήματα που επιτρέπουν στα άτομα να αναγνωρίζουν με ένα συγκεκριμένο τρόπο τον κόσμο και να καθοδηγούν την αντίληψή τους. Η ανάλυση των πλαισίων μάς επιτρέπει να συλλάβουμε τη διαδικασία απόδοσης σημασιών πριν από την κάθε έκρηξη.  Τα κατάλληλα ερμηνευτικά πλαίσια επιτρέπουν το μετασχηματισμό σε κοινωνικό πρόβλημα, και δυνητικά σε αντικείμενο συλλογικής δράσης, ενός ζητήματος που προηγουμένως αποδίδονταν σε φυσικούς παράγοντες ή σε ατομική ευθύνη (π.χ. η φτώχεια και η φιλανθρωπία υπέρ των τυφλών φάνταζε πριν τις κινητοποιήσεις ως φυσικό φαινόμενο ή η ατομική ευθύνη των τυφλών απέναντι στην επαιτεία, κ.λπ.).

Η πλαισίωση αποτελεί ένα πιο ευέλικτο και περιληπτικό πολιτισμικό προϊόν από την ιδεολογία. Δεν απαιτεί ένα σύνολο ολοκληρωμένων αρχών και παραδοχών, αλλά προϋποθέτει ένα κλειδί για την κατανόηση του κόσμου. Τα κοινωνικά κινήματα αναπτύσσονται σε συγκεκριμένες πολιτικές και ιστορικές περιόδους. Αυτό έχει συνέπεια σε επίπεδο συμβολικής τουλάχιστον επεξεργασίας, ο λόγος που εκπέμπει ένα συγκεκριμένο κίνημα να συσχετίζεται με τους γενικούς προσανατολισμούς της συγκεκριμένης περιόδου. Υπάρχουν και κάποιες θεμελιώδεις πλαισιώσεις στις οποίες είναι δυνατόν να αναχθούν οι ειδικές επεξεργασίες των διαφόρων οργανώσεων και κινημάτων. Οι πλαισιώσεις είναι σημαντικό να εκπορεύονται από πηγές έμπιστες για να γίνουν πιστευτές και να αφορούν όχι μόνο τους παραλήπτες τους αλλά και μια ευρύτερη πολιτιστική δομή μέσα στην οποία αναπτύσσεται το κίνημα. Βασική προϋπόθεση επιτυχίας είναι να συντελούνται διαδικασίες «ευθυγράμμισης πλαισίων» μεταξύ των ακτιβιστών των κινημάτων και των πληθυσμών που προσπαθούν να κινητοποιήσουν. Η συλλογική δράση έτσι καθίσταται δυνατή από το σημείο που τα κινητοποιητικά μηνύματα ενσωματώνονται σε κάποια πολιτιστικά στοιχεία του πληθυσμού στον οποίο απευθύνονται.

Στην περίπτωσή μας παρατηρούμε ότι αφενός μεν ο Τύπος κάλυψε σε ικανοποιητικό βαθμό και καθ΄ όλο το χρονικό διάστημα της εξέλιξης της δράσης (κυρίως το 1976-1977 αλλά και έως το 1979) οπότε ολοκληρώθηκε και ένας από τους κύριους στόχους, δηλαδή η κρατικοποίηση του Οίκου Τυφλών και αφετέρου οι βουλευτές και κατ΄ επέκταση τα κόμματα του Κέντρου και της Αριστεράς, κοινοβουλευτικής και μη, στάθηκαν στο πλευρό των καταληψιών με επερωτήσεις στη Βουλή και με διαμεσολαβήσεις μεταξύ των τυφλών, του Κράτους και της Εκκλησίας.

Οι ταυτότητες δεν είναι ένα αντικείμενο ή μια ιδιότητα των δρώντων. Είναι η διαδικασία αναγνώρισης των δρώντων ως τμήματα ευρύτερων ενώσεων. Οι ενώσεις αυτές δεν χρειάζεται να αναγνωρίζονται με βάση χαρακτηριστικά όπως φύλο, τάξη, εθνικότητα αλλά και από κοινά αποδεκτούς προσανατολισμούς, αξίες, συμπεριφορές, κοσμοθεωρίες, τρόπους διαβίωσης, κοινές εμπειρίες δράσης. Η παραγωγή ταυτότητας παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στον τρόπο που τα άτομα δίνουν νόημα στις ίδιες τους τις εμπειρίες. Υπάρχει πολυπλοκότητα στη σχέση δόμησης ατομικής και συλλογικής ταυτότητας. Η οικοδόμηση ταυτοτήτων παίζει σημαντικό ρόλο στη συλλογική δράση μέσω του προσδιορισμού των δρώντων που εμπλέκονται στη σύγκρουση, τη διευκόλυνση ανάπτυξης σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ τους, τη δημιουργία δεσμών που συνδέουν γεγονότα τα οποία εκτυλίχθησαν σε διαφορετικές περιοχές. Στην ουσία βοηθά τους δρώντες να προσδιορίσουν τους συμμάχους και τους εχθρούς τους.

Εν προκειμένω, οι τυφλοί ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου, μορφωτικού επιπέδου, επαγγελματικής ή όχι αποκατάστασης κ.λπ., απέκτησαν κοινή ταυτότητα μέσα από το γεγονός ότι συλλήβδην όλες οι εκφάνσεις της ζωής τους και η απονομή των δικαιωμάτων τους αποτελούσαν αντικείμενο φιλανθρωπίας εκ μέρους των ιδιωτών, αλλά και κρατικής, αφού στην ουσία η Πολιτεία συνηγορούσε και επιχορηγούσε τις φιλανθρωπικές ενέργειες και δράσεις.

Η συλλογική δράση δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν υπάρχει ένα «εμείς» που χαρακτηρίζεται από κοινές ιδιότητες και αλληλεγγύη. Απαραίτητος είναι και ο προσδιορισμός του άλλου, του αντιπάλου. Η οικοδόμηση ταυτότητας συνεπάγεται επομένως σε ένα θετικό ορισμό όσων συμμετέχουν στην ομάδα και σε έναν αρνητικό για όσους είναι απέναντι. Περιλαμβάνει επίσης μια σχέση με όσους έχουν ουδέτερη στάση. Η εγγύτητα των τόπων κατοικίας και εργασίας διευκολύνει την κινητοποίηση και την αναπαραγωγής της αλληλεγγύης.

Η συλλογική ταυτότητα συνδέεται και αποδίδει κάποια κοινή σημασία σε εμπειρίες συλλογικής δράσης (τυφλότητα, υποκείμενα οίκτου και φιλανθρωπίας) έξω από τόπο και χρόνο.

Η απόφαση να στρατευτεί κανείς σε συλλογική δράση αποτελεί ριζοσπαστική προσωπική μεταβολή. Στις περιπτώσεις αυτές οι άνθρωποι έρχονται σε ρήξη με τους προηγούμενους κοινωνικούς δεσμούς τους.  Οι άνθρωποι που επαιτούσαν στις γωνίες των δρόμων, εκλιπαρώντας τον οίκτο, προκειμένου να αποκομίσουν τα προς το ζην, οι μαθητές και οι φοιτητές που ήλπιζαν σε μια επαγγελματική αποκατάσταση με αξιοπρέπεια πέρα από το πεζοδρόμιο, αλλά και οι τυφλοί που ήδη είχαν κατακτήσει την καταξίωση μέσα από την εργασία, συναποτέλεσαν την μάζα των καταληψιών τού Οίκου Τυφλών, συνενωμένοι κάτω από μία ριζοσπαστική ιδέα ότι είναι ισότιμοι πολίτες με δικαιώματα στη μόρφωση, τη δουλειά και την αξιοπρέπεια.

Ιστορία των κινημάτων είναι η ιστορία της ικανότητας των μελών τους να επιβάλλουν κάποιες εικόνες τους και να αποκρούσουν τις απόπειρες των κυρίαρχων ομάδων, να ευτελίσουν τις προσδοκίες τους για την αναγνώριση της διαφορετικότητάς τους.  Η δύναμη να μπορεί κάποιος να επιβάλει αρνητικούς ορισμούς της ταυτότητας άλλων ομάδων είναι βασικός μηχανισμός κοινωνικής κυριαρχίας.

Οι οργανώσεις που συνδέονται μεταξύ τους με προσωπικές σχέσεις επιβιώνουν και την περίοδο ύφεσης των κινημάτων και προσφέρουν σημαντική βάση για την αναβίωση των κινηματικών δραστηριοτήτων.  Κατ΄ αυτό τον τρόπο, ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών, ο οποίος προϋπήρχε της εξέγερσης ως φορέας αυτοοργάνωσης των τυφλών από το 1932, προσέφερε στο κίνημα την ηγεσία που καθοδήγησε τους εξεγερμένους τυφλούς και τους αλληλέγγυους καθ΄ όλη τη διάρκεια της επίμαχης χρονικής περιόδου, αλλά διατήρησε την υπόστασή του και την οργανωτική του αυτοτέλεια και μετά την ολοκλήρωση της κινηματικής διαδικασίας.

Η διαμαρτυρία αποτελεί πολιτικό πόρο όσων δεν έχουν ισχύ και θέτει σε κίνηση μια διαδικασία έμμεσης πειθούς που διαμεσολαβείται από τα ΜΜΕ και ισχυρούς κοινωνικούς δρώντες. Στην ουσία οι δρώντες που δεν διαθέτουν ισχύ προσπαθούν να κινητοποιήσουν την υποστήριξη ισχυρότερων ομάδων. Τα ΜΜΕ διαδίδουν το μήνυμα προς τις αρχές, οι οποίες είναι ο πρώτιστος παραλήπτης. Για να επιτύχει η διαμαρτυρία πρέπει να επηρεαστούν θετικά αυτοί που διαθέτουν περισσότερους πόρους και να επηρεάσουν και εκείνοι τις πολιτικές αποφάσεις. Η επιρροή μπορεί εκτός από θετική να είναι και αρνητική, π.χ. απειλή για διασάλευση της τάξης.

Γιατί επιλέγεται μια μορφή διαμαρτυρίας και όχι μια άλλη; Εξαρτάται από την πολλαπλότητα των στόχων που θέλει να κατακτήσει. Επίσης κάποιες μορφές διαμαρτυρίας (π.χ. καταλήψεις) επιλέγονται γιατί δημιουργούν την αίσθηση της συλλογικής ταυτότητας, προϋπόθεση δράσης για την επίτευξη κοινού σκοπού. Η αλληλεγγύη γεννιέται από τους κοινούς κινδύνους. Ωστόσο οι δράσεις που ενισχύουν την εσωτερική αλληλεγγύη δεν δημιουργούν πάντα υποστήριξη από το κίνημα. Για να δημιουργήσει η διαμαρτυρία υποστήριξη, πρέπει να προσελκύσει το ενδιαφέρον των ΜΜΕ και αυτό το πετυχαίνει όταν προσφεύγει σε καινοτόμες πολύχρωμες μεθόδους (κατάληψη Οίκου Τυφλών, απεργία πείνας στον Άγνωστο Στρατιώτη, κατάληψη γραφείων Αρχιεπισκοπής), όταν χρησιμοποιεί ριζοσπαστική δράση, όταν κινητοποιεί ευρείες μάζες (πλήθος ψηφισμάτων από επαγγελματικούς, φοιτητικούς και φορείς τού πνευματικού κόσμου, Τοπικής Αυτοδιοίκησης κ.λπ., πορεία συντοπιτών από το γήπεδο Καλλιθέας ως τον Οίκο Τυφλών, μαζική προσέλευση σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις για την ενίσχυση των καταληψιών, π.χ. στο γήπεδο του Πανιωνίου, κ.ά.). Τότε τα ΜΜΕ γίνονται δίαυλος της δράσης προς το ευρύ κοινό, το οποίο τα κοινωνικά κινήματα θέλουν να πείσουν για τα αιτήματά τους. Οι μορφές της διαμαρτυρίας έτσι πρέπει να προσαρμόζονται σε αντιφατικούς στόχους, όπως να απειλούν τις ελίτ και να προσελκύουν την υποστήριξη του κοινού  (Βλ. το ντοκιμαντέρ Ο Αγώνας των Τυφλών τής Μαίρης Χατζημιχάλη Παπαλιού, 1976-1977).

Τα νέα κοινωνικά κινήματα είχαν συμμάχους την Αριστερά. Πιο συγκεκριμένα σειρά δυνητικών ανταλλαγών αναπτύσσεται μεταξύ κοινωνικών κινημάτων και κομμάτων. Ως μεσολαβητές μεταξύ της κοινωνίας των πολιτών και του κράτους, τα αριστερά κόμματα χρειάζεται να κινητοποιήσουν την κοινή γνώμη και τους ψηφοφόρους. Για αυτό κάθε άλλο παρά αδιάφοροι είναι στην ατζέντα των κοινωνικών κινημάτων. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα προγράμματα και τα μέλη της θεσμικής Αριστεράς εξελίχθηκαν σε αλληλεπίδραση με τα κοινωνικά κινήματα Ωστόσο η τακτική της Αριστεράς σε σχέση με τα κινήματα δεν είναι αμετάβλητη στο χώρο και το χρόνο: άλλες φορές η Αριστερά ήταν εχθρική απέναντί τους, άλλες διαπραγματευτική και σε άλλες δομήθηκαν επιλεκτικές συμμαχίες.

Πώς εξηγούνται οι στρατηγικές επιλογές της Αριστεράς και ποιες είναι οι συνέπειες στις δράσεις των κινημάτων; Για το πρώτο: σε γενικές γραμμές η Αριστερά είναι διατιθέμενη να υποστηρίξει κινήματα όταν κρατικές στρατηγικές αποκλεισμού εμποδίζουν να συγκλίνει η διαίρεση αριστερά-δεξιά. Η ύπαρξη κομματικών διαιρέσεων μέσα στην παραδοσιακή αριστερά επηρεάζει τη στάση της απέναντι στα κινήματα, π.χ. κινήματα με παραδοσιακά αιτήματα για κοινωνική δικαιοσύνη και δικαιώματα είχαν την υποστήριξη μετριοπαθών αριστερών κομμάτων, φοβούμενα τον ανταγωνισμό των ριζοσπαστικότερων αριστερών ή κομμουνιστικών κομμάτων. Στην πραγματικότητα ο εκλογικός ανταγωνισμός αποτελεί σημαντική μεταβλητή για τη στάση των συμμάχων προς τα κοινωνικά κινήματα. Επίσης η πολιτική αστάθεια ευνοεί την εκδήλωση κοινωνικών κινημάτων.

Σημαντικό ρόλο για τη νίκη των κινημάτων, πέρα από τις πολιτικές ευκαιρίες, παίζουν και τα πολιτισμικά περιβάλλοντα, π.χ. το κίνημα εναντίον της δουλείας πέτυχε όταν συνδύασε τις ηθικές επικλήσεις με τις κυρίαρχες κοινωνικές αξίες.  Κατ’ αντιστοιχία, είναι πιθανόν η νίκη στον αγώνα του Οίκου να επετεύχθη γιατί οι κοινωνικές αντιλήψεις για την αναπηρία είχαν αλλάξει.

Για να κριθεί αν ένα κίνημα πέτυχε πρέπει να εξεταστούν η ανάδυση νέων προβλημάτων, η ψήφιση νέων νόμων και η ανάλυση των αποτελεσμάτων της δημόσιας πολιτικής στη βελτίωση των όρων διαβίωσης εκείνων που κινητοποιούνται.  Το κίνημα των τυφλών εν πολλοίς πέτυχε τους στόχους του, κρατικοποίηση του Οίκου Τυφλών με το Π.Δ. 265/1979, επαγγελματική αποκατάσταση των επαιτών με την παραχώρηση 50 αδειών μικροπωλητών σε διάφορα σημεία τής Αθήνας,  ψήφιση του νόμου 612/1977 για συνταξιοδότηση μετά από 15 έτη εργασίας, έτσι ώστε απελευθερώθηκαν πολλές νέες θέσεις τηλεφωνητών, παραχώρηση στεγαστικού δανείου σε εργαζόμενους και συνταξιούχους από την Εργατική Κατοικία μόνο με 300 ένσημα, επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών τηλεφωνητών με υποχρεωτική πρόσληψη σε θέσεις του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., κ.λπ. σε ποσοστό 1/3 με τον Ν. 963/1979 κ.ά.

Μετάβαση στο περιεχόμενο