ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΥΦΛΩΝ

Η ιστορία τού Οίκου Τυφλών της Ελλάδος (Μέρος 27ο: Κεφάλαιο Γ – 6ο υποκεφάλαιο)

Ιαν 27, 2016 | 'Εργα συναδέλφων (μελέτες), ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

6ο υποκεφάλαιο: Η εικόνα τού Οίκου Τυφλών, διαχρονικά, μέσα από τον Τύπο.

Για το έργο τού Οίκου Τυφλών και την προσωπικότητα της διευθύντριας, Ειρήνης Λασκαρίδου, διαβάζουμε στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο συχνά άρθρα επαινετικά για το επιτελούμενο στο Ίδρυμα έργο, για την εκπαίδευση και την επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών.

Στην πρώτη περίοδο λειτουργίας του Οίκου Τυφλών τα άρθρα στον Τύπο, τα οποία επαινούν το προσφερόμενο έργο στους τυφλούς από το ίδρυμα και την Ειρήνη Λασκαρίδου, βρίθουν εκφράσεων οίκτου, όπως «οι τυφλοί ιδίως είνε τα πλέον αξιολύπητα θύματα εις την δυστυχίαν του κόσμου»,  «τα δυστυχή αυτά πλάσματα», «το τραγικώτερο απ΄ όλα τα δράματα του κόσμου», «μια πένθιμος λιτανεία του μικρόκοσμου που βαδίζει εις το σκότος»  εκφράσεις οι οποίες συνεχίζονται και στον μεταπολεμικό Τύπο, ωστόσο εκεί αναδύονται τα κοινωνικά δικαιώματα των τυφλών και η ανάγκη για κρατική εκπαίδευση και επαγγελματική αποκατάσταση. Ωστόσο, και ο λόγος του Τύπου τής Αριστεράς δεν αποκλίνει από τον κυρίαρχο αστικό λόγο, όπως «τα αόμματα αυτά παιδιά»,  «να κουρνιάσουν τα δυστυχισμένα μας αόμματα πουλάκια (…) στα αιώνια σκοτάδια τους», «ίσως απ΄ τις αδειανές τρύπες των ματιών τους να κύλησαν και δυο πικρόγλυκα δάκρυα», «κόψανε το τηλέφωνο (…) στα ανάπηρα αυτά πλάσματα»,  «αυτοί που ζουν στα σκοτάδια».

Το Δεκέμβρη του 1908 στην αίθουσα Παρνασσός οι τρόφιμοι του Οίκου Τυφλών έδωσαν καλλιτεχνική παράσταση στην οποία παραβρέθηκε όλη η αφρόκρεμα της αθηναϊκής κοινωνίας, πρωτοστατούσης της Βασίλισσας και των πριγκιπισσών, Σοφίας, Ελένης και Αλίκης.

Η Εφορεία τού Οίκου Τυφλών, προκειμένου να προσελκύσει δωρεές, εισφορές και κληροδοτήματα υπέρ τού Ιδρύματος, εκτός από την δημοσίευση σε ειδικό έντυπο της λογοδοσίας κάθε έτους, όπου μπορούσε ο καθένας να ενημερωθεί αναλυτικά για τα έσοδα, τα έξοδα, τους τροφίμους, τους επώνυμους και μη επισκέπτες, τους μεγάλους ευεργέτες, τους ευεργέτες, τους δωρητές, τις εισφορές σε είδος και σε χρήμα, τους συνδρομητές και -γενικά- τον κανονισμό λειτουργίας τού Ιδρύματος, προχωρά και σε δημόσια ευχαριστήρια μέσω του Τύπου προς τους, πάσης φύσεως, φιλανθρώπους, ονομαστικά, προκειμένου να παρακινήσει κι άλλους να προσφέρουν από το περίσσευμα ή το υστέρημά τους.  Επίσης, μέσω του Τύπου, ενημερώνεται το φιλάνθρωπο κοινό, προκειμένου να παρακολουθήσει είτε την τελετή λήξης για το κάθε σχολικό έτος στον Οίκο Τυφλών είτε διάφορες συναυλίες και άλλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, που δίδονταν για την ενίσχυση των σκοπών του Ιδρύματος.

Η ίδρυση του Οίκου Τυφλών δεν έγινε δεκτή από σύσσωμη την αθηναϊκή κοινωνία με ευνοϊκά σχολεία. Έτσι, βλέπουμε στην εφημερίδα Εμπρός να αντιμετωπίζεται σκωπτικά: «Τα άχρηστα πράγματα έχουν φοβεράν τύχην εις την Ελλάδα, όπως άλλως και οι άχρηστοι άνθρωποι (…) Οι τυφλοί και οι κωφάλαλοι εμπνέουν και εις ημάς όλην του κόσμου την συμπάθειαν. Οι τυφλοί ιδίως είνε τα πλέον αξιολύπητα θύματα εις την δυστυχίαν του κόσμου. Αλλά πριν ή μεριμνήσωμεν περί της εκπαιδεύσεως αυτών, έπρεπε να έχωμεν εργασθή υπέρ εκείνων, οίτινες, έχοντες σώαν την όρασιν και την διάνοιαν, στραβόνονται υπό της καθιερωμένης εκπαιδεύσεως».

Ο συντάκτης της εφημερίδα Εμπρός θεωρεί περιττή την ίδρυση σχολείου τυφλών για την εκπαίδευσή τους και θεωρεί πιο χρήσιμη τη δημιουργία φρενοκομείων και νοσοκομείων.

Το 1928 διαβάζουμε στον Τύπο για διάφορες αυθαιρεσίες της Διεύθυνσης του Οίκου Τυφλών, ως προς την επιλογή εισακτέων τροφίμων, κατά παράβαση των οικείων κανονισμών.

Ωστόσο, το όμορφο και δημιουργικό περιβάλλον για την εκπαίδευση και πνευματική ανάπτυξη των τυφλών, που συντελείται στον Οίκο Τυφλών, όπως παρουσιάζεται μέσα από τις λογοδοσίες και τα άρθρα τού Τύπου τής εποχής, φαίνεται πως δεν τα συμμερίζονται όλοι. Έτσι, στην εφημερίδα Εσπερινή της 18ης και της 19ης Σεπτεμβρίου 1930 ο δημοσιογράφος Λουκάς Δαράκης, κάνοντας επιτόπιο ρεπορτάζ, παρουσιάζει με τα πιο μελανά χρώματα τη ζωή των τροφίμων στο Ίδρυμα. Γράφει χαρακτηριστικά: «Στους διαδρόμους είνε βγαλμένα ξέστρωτα κρεββάτια. – Ποιος μένει εδώ; ρωτώ μια κυρία του προσωπικού. – Μα… κανείς. Είνε φανερό πως μου είπε ψέμματα. Σε όλη μας τη συζήτησι απαντούσε έπειτα από σκέψι και πολύ δισταχτικά. – Τότε τι θέλουν εδώ αυτά τα κρεββάτια; – Τα βγάλαμε επειδή γίνονται επισκευές. – Και αφού δεν κοιμάται κανείς εδώ τι θέλουν μέσα στους θαλάμους; Μήπως έχετε τίποτε έκτακτες επισκέψεις; – Ρωτήστε την κυρία διευθύντρια. Προτίμησα όμως να ρωτήσω ένα μικρό τυφλό και με επληροφόρησε πως κάτω εκεί στα υπόγεια κι΄ ανήλια δωμάτια κοιμούνται οι τυφλοί. Έπειτα όταν εδιάβασα την στατιστική των θανάτων των τυφλών και είδα πόσοι πεθαίνουν από φυματίωσι, βυθίσθηκα σε πένθιμες σκέψεις. Αποφάσισα να παρουσιασθώ στην διευθύντρια. Με δέχεται βιαστική και λίγο ταραγμένη. Φαίνεται πως τη βρήκα απροετοίμαστη. – Δημοσιογράφος, κυρία μου. – Τι χαρά, τι χαρά! να έλθετε έπειτα από λίγες ημέρες. – Δεν θέλω να σας απασχολήσω άλλη φορά. – Τι λέτε; Να σας δώσω ραντεβού να διαθέσω ένα ολόκληρο πρωί για σας. Εμείς όμως αντί για μια μέρα ζητούμε μόνο από την κυρία διευθύντρια απασχόληση μόλις δέκα λεπτών. – Ορίστε, διαβάστε τη λογοδοσία τού 1929. – Ευχαριστώ. Είμαι βέβαιος πως θα μείνω κατενθουσιασμένος. – Να σας δώσω και τη λογοδοσία του 1920 για να δήτε τη διαφορά (…) Κι ενώ μου έλεγε αυτά προχωρούσε προς την πόρτα. Κατάλαβα˙ ήταν ένας εύσχημος τρόπος να με διώξη. Επροχώρησα να φύγω. με συνόδευσε έως την πόρτα. Ασφαλώς ήθελε να βεβαιωθεί πως έφυγα. Όταν έφθασα στην εξώπορτα μού λέγει. – Θα σας ξαναϊδούμε ε; – Ασφαλώς. Σας δίδω αύριο ραντεβού σε μια στήλη τής Εσπερινής. Επροχώρησα λίγα βήματα και όταν υπολόγισα πως θα επέστρεφε πάλι στο γραφείον της, ξαναγύρισα (…) Σε μια αίθουσα μια ομάδα τυφλών ήτο βυθισμένη στην εργασία της (…) Αποφάσισα τώρα να τους μιλήσω. Έπειτα από τα τυπικά τούς είπα πως η κυρία διευθύντρια τούς παρακαλεί να μου δώσουν μερικές πληροφορίες. – Μας παρακαλεί; – Μάλιστα. – Αυτό σημαίνει πως δεν πρέπει να σας πούμε την αλήθεια, μου λέγει κάποια. – Τότε σας παρακαλώ εγώ να μου πήτε την αλήθεια. – Η αλήθεια είναι πως εμείς δουλεύουμε όλην την ημέρα, πως κερδίζουμε 250 χιλιάδες το χρόνο από την εργασία μας και σε μας δίνουν 100 ή 200 δραχμές βραβείον και αυτό σε όποιον δείξει μεγαλύτερη επιμέλεια. Εννοείται πως την καλλίτερη επιμέλεια κατά κανόνα την επιδεικνύει εκείνος που δεν έχει κανένα παράπονο, που είναι απολύτως ευχαριστημένος, που θα πη τα πιο πολλά καλά λόγια για το ίδρυμα».  «Ο τυφλός έπαψε να μιλά και κούνησε σκεπτικός το κεφάλι. Έπειτα είπε. – Ασφαλώς δεν ξέρετε τι γίνεται στο ίδρυμα αυτό. – Μα εγώ διαβάζω εδώ στη λογοδοσία πως όλα πηγαίνουν άριστα και πως κι εσείς καλοζήτε.- Το πρώτο που είπατε είνε αλήθεια. Όλα πηγαίνουν καλά. Όλα εκτός από τη ζωή μας. Και αυτό επειδή εμείς εδώ μέσα δεν είμεθα ο σκοπός του ασύλου, αλλά οι άνθρωποι που γινόμεθα αφορμή να πηγαίνουν όλα καλά, όπως λέτε κι εσείς. – Μα πώς συμβαίνει να μην είσθε ευχαριστημένοι, αφού γίνονται τόσα έξοδα για την συντήρησι του ασύλου; – Αυτό είνε άλλο πράγμα. Δεν σας είπα; Άλλο πράγμα εμείς κι άλλο πράγμα το άσυλο. Αυτό καλοπερνάει. – Ποιο; Το κτίριο; – Όχι δα. Οι άλλοι. – Η διευθύντρια. – Ακριβώς. Σας παρακαλώ να προσέξετε σε μια λεπτομέρεια που θα διαβάσετε αυτού μέσα στη λογοδοσία αν δεν βαρυέστε να διαβάζετε. – Τι πράγμα; – Το εξής. Τα έσοδα του Οίκου είνε… υπέρογκα κάθε χρόνο. Θα δήτε λοιπόν πως τα έξοδα της συντηρήσεώς μας διαρκώς γίνονται λιγότερα. Αυτό έχει τη σημασία του. Να μας κάνουν να υποφέρουμε, αλλά να φαίνωνται πως έχουν και περίσσευμα. Βλέπετε πολιτική; (…) – Τι τροφή σας δίδεται; – Θα σας πληροφορήση πάλι η λογοδοσία. Γράφουν πως η τροφή του κάθε τυφλού στοιχίζει το χρόνο 8.000. – Μήπως δεν είνε αλήθεια; – Αλήθεια είνε, με τη διαφορά πως μέσα στις 8 χιλιάδες είναι οι μισθοί των καθηγητών, έξοδα για διάφορα μηχανήματα και πως η δική μας διατροφή στηρίζεται σε μια συστηματική χορτοφαγία!».

Χωρίς να αμφισβητείται το, στον Οίκο Τυφλών, παρεχόμενο έργο, εν τούτοις συχνά ακούγονται φωνές για την ανάγκη ίδρυσης πολλών ακόμα σχολείων και επαγγελματικών σχολών για την εκπαίδευση και κατάρτιση των τυφλών, δεδομένου ότι οι στατιστικές τής Κοινωνίας των Εθνών (ΚτΕ) στην δεκαετία τού 1920 και μετά την μικρασιατική τραγωδία, αναβιβάζουν το ποσοστό των τυφλών στην Ελλάδα σε 7 χιλιάδες περίπου, ενώ οι καθοιονδήποτε τρόπο προστατευόμενοι από τον Οίκο Τυφλών δεν ξεπερνούν τις λίγες δεκάδες. Στον αγώνα αυτό για την ίδρυση και άλλων σχολείων πρωτοστατεί ο Τρύφων Νίνος, ο οποίος μετά την τύφλωσή του εκπαιδεύτηκε στη Γερμανία και αυτοπροσδιορίζεται ως καθηγητής των τυφλών και συχνά αρθρογραφεί ή δίνει συνεντεύξεις στον Τύπο για την αναγκαιότητα αυτή.  Αναφέρει δε, χαρακτηριστικά ότι στον Οίκο Τυφλών, λόγω δυνατότητας εισδοχής περιορισμένου αριθμού τροφίμων, δεν προτιμώνται οι έλληνες εβραίοι και οι έλληνες αρμένιοι.  Ενδεχομένως, μετά από πιέσεις του προαναφερθέντος προς δημοσιογράφους και πολιτικούς, κατατέθηκε στη Βουλή από βουλευτή των Αθηνών επερώτηση προς τον υπουργό Παιδείας, Γόντικα, ο οποίος αναγνώρισε την ανάγκη δημιουργίας κι άλλων σχολείων για τυφλούς, το ίδιο δε επανέλαβε και ο διάδοχός του στο υπουργείο, Γ. Παπανδρέου.

Στα Αθηναϊκά Νέα της 24ης Αυγούστου 1936, πλανιέται το ερώτημα τι θα γίνει με τα τυφλά παιδιά όταν συμπληρώσουν τα 12 χρόνια τους και αποφοιτήσουν (όσα αποφοιτήσουν) από τον Οίκο Τυφλών. Αυτά αφήνονται αβοήθητα στην τύχη τους, η οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων τα οδηγεί, για λόγους επιβίωσης, να κατακλύζουν τους δρόμους ζητιανεύοντας.

Βλέπουμε συχνές καταγγελίες στον Τύπο, τόσο από τον Οίκο Τυφλών, όσο και από τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Τυφλών -τον πρώτο φορέα αυτοοργάνωσης των τυφλών στην Ελλάδα- οι οποίοι καταγγέλλουν ότι οι, κατά καιρούς, διενεργούμενοι έρανοι υπέρ τους, δεν έχουν καμία σχέση μ΄ αυτούς και γίνονται προς όφελος επιτηδείων που εκμεταλλεύονται τις επωνυμίες των φορέων προς ίδιον όφελος και σε καμιά περίπτωση των τυφλών.

Μετάβαση στο περιεχόμενο