ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄.
Η εξέγερση των τυφλών – Ο αγώνας για χειραφέτηση.
1ο υποκεφάλαιο: Η κατάληψη του Οίκου Τυφλών.
Τον Μάιο του 1976 ομάδα εξεγερμένων μαθητών τού Οίκου Τυφλών, διεκδικώντας τη χειραφέτησή τους και επιζητώντας την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους, προχώρησαν σε κατάληψη του Ιδρύματος για αρκετούς μήνες και δεν δίστασαν να έρθουν σε ανοιχτή αντιπαράθεση με το οικονομικό, πολιτικό και εκκλησιαστικό κατεστημένο, προκειμένου να αποτινάξουν από πάνω τους τον περιθωριακό ρόλο που τους είχε επιβληθεί. Το κυρίαρχο σύνθημά τους ήταν «Ψωμί, παιδεία και όχι επαιτεία» και ήταν η πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία που ένα μέρος τού αναπηρικού κινήματος, αποφάσισε να εναντιωθεί έμπρακτα και ανοιχτά στον χρόνιο φιλανθρωπισμό και στις πολιτικές που τους κρατούσαν στο περιθώριο. Κύρια αιτήματά τους ήταν η παροχή σύνταξης σε όλους τους τυφλούς, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στους ανασφάλιστους, η επαγγελματική αποκατάσταση, η κρατικοποίηση σχολών και ιδρυμάτων για τους τυφλούς, η δημιουργία κατάλληλων προϋποθέσεων για τη μόρφωση και την αποκατάστασή τους και η αντικατάσταση του Διοικητικού Συμβουλίου τού Οίκου Τυφλών. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, όμως, είχαν γίνει πολλές προεργασίες.
Οι μαθητές τού Οίκου Τυφλών διατηρούσαν στενές επαφές με συνδικαλισμένους τυφλούς στον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Τυφλών και αριστερές νεολαιίστικες πολιτικές οργανώσεις. Οι κινήσεις αυτές υποπίπτουν στην αντίληψη της διοίκησης και έτσι ο αντιπρόεδρος του Δ.Σ. του Οίκου Τυφλών, πρωτοπρεσβύτερος του οικουμενικού θρόνου Εμμανουήλ Σχοινιωτάκης, κατέγραψε «Μνημόνιο περί των εν τω Οίκω Τυφλών γεγονότων από Ιουνίου 1975 και εντεύθεν», το οποίο ανευρίσκουμε στο πρόγραμμα του ντοκιμαντέρ τής Μαρίας Παπαλιού, Ο αγώνας των τυφλών, και πιθανολογούμε ότι πρόκειται για αναφορά προς τον Εισαγγελέα ή αφορά το περιεχόμενο άλλου δικογράφου: «Επειδή διαπιστώθηκε η ανεξέλεγκτος είσοδος και έξοδος εκ του Οίκου των τροφίμων εις πάσαν ώραν, άνευ αδείας, γεγονός όπερ εδημιουργεί ηθικούς και σωματικούς κινδύνους δι’αυτούς. Εν τω μεταξύ επειδή ήρχισαν να ευρίσκονται η επί των τοίχων του οίκου η επί τεμαχίων χάρτου αναγραφόμενες προτάσεις με ικανά υπονοούμενα ως πχ “τα λεφτά είναι για τους τυφλούς”, φράσεις αισχρού περιεχομένου, (…) επειδή παρατηρήθηκε μεγάλη επιβράδυνση στας νυχτερινάς εξόδους, κατεβλήθη φροντίδα προς προστασίαν αυτών των ιδίων. Και τούτο αποτέλεσε θέμα ικανής αντιδράσεως, επειδή δεν διευκολύνατο η ανεξέλεγκτος προς το κέντρο της πόλεως κίνησις και η επαφή τροφίμων με τους έξωθεν καθοδηγητάς. Παρερχόμενων των ημερών ήρχισαν νυκτερινάς “μυστικάς” συνεδρίας οι μεγαλύτεροι τρόφιμοι, αι οποίαι περετείνοντο και πέρα του μεσονυκτίου. Ετοποθετούν δε “φρουράν” εις την είσοδον του τόπου συγκεντρώσεως, ο οποίος απαγορεύει την προσέγγιση επιμελητριών δια να μην διαρρεύσουν τα ευνόητα σχέδια αντιδραστικών ενεργειών. Καθ’ υπόδειξη αρμοδίου μηχανικού ετοποθετήθη προστατευτικό κιγκλίδωμα εις το παράθυρον τούτο. Την αυτή εσπέρα της τοποθετήσεως αφαιρέθη βιαίως υπ’ αγνώστων τροφίμων. Χαρακτηριστικώς ήδη ας σημειωθεί ότι έλαβον χώραν μεταξύ των τροφίμων συζητήσεις από πάσης πλευράς επιλήψιμοι, ως εξάγεται εκ μαγνητοφωνήσεων τίνων, υπήρχον δε κατά την ομολογία αυτών τούτων, “ομοφυλοφιλικά κρούσματα”».
Οι τρόφιμοι του Οίκου Τυφλών συστήνουν μαθητική κοινότητα, στις γενικές συνελεύσεις της οποίας συζητούν εκπαιδευτικά προβλήματα και προβλήματα καθημερινής διαβίωσης στο Ίδρυμα, που τα προβάλλουν προς τη Διοίκηση, η οποία εξανίσταται με τον εκφερόμενο από τους τροφίμους λόγο, οι οποίοι κατά την άποψή της μόνο ευγνωμοσύνη όφειλαν να εκφράζουν προς αυτήν.
Στη συνέχεια, στις 6 Μαρτίου 1976, ο διευθυντής τής Σχολής, πρωτ. Κωνσταντίνος Ανδρουλάκης δημοσίευσε ανακοίνωση (με αρ. πρωτ. 314) η οποία απευθυνόταν «Προς όλα τα παιδιά του Οίκου Τυφλών»: «Το ΔΣ είναι αποφασισμένο να βοηθήσει ΤΑ ΚΑΛΑ, ΤΑ ΦΙΛΟΠΡΟΟΔΑ και ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ παιδιά με όλα τα μέσα. Παραδείγματος χάριν: Ίσως να δίδει σε αυτούς που δεν θα μείνουν μέσα ένα καλό επίδομα κάθε μήνα. Ίσως τους πληρώνει το ενοίκιο. Ίσως αργότερα τους στείλει για ανώτερες σπουδές με έξοδά του στο εξωτερικό. Ίσως άλλα πολλά. Πάντως ένα να ξέρετε κανένας δεν θα μείνει χωρίς συμπαράσταση στο χρόνο των σπουδών κλπ. Αλλά και άλλο ένα προσέξετε: Όλα αυτά θα γίνουν για όσους έχουν διάθεση να προοδεύσουν. Για όσους είναι ευγενικοί, υπάκουοι, ενάρετοι, ευγενείς. Αυτά πρέπει να τα ξέρετε από τώρα. Γιατί από τώρα θα πρέπει να δείξετε ότι έχετε ζήλο και υπακοή και πρόοδο και αρετή. Αν σήμερα κανείς είναι απείθαρχος αμελής, ανυπακοής και ενοχλή το ίδρυμα και τους άλλους ας μη περιμένη αύριο συμπαράσταση. Όλα τα μέσα θα διαθέση ο Οίκος τυφλών για όσους με τη διαγωγή τους και την επιμέλειά τους δείξουν ότι τους αξίζει αυτό. Αυτή η ανακοίνωση είναι η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ πάνω στο θέμα τούτο. Όσοι θέλουν, όσοι αντιλαμβάνονται το συμφέρον τους ας προσέξουν τα λόγια αυτά. Δικό τους είναι το κέρδος. Η αντίστροφη μέτρηση άρχισε. Η ώρα της κρίσεως θα έρθει με μαθηματική ακρίβεια».
Στις 17 Μαρτίου 1976, με ανακοίνωσή τους, οι τρόφιμοι του Οίκου Τυφλών καταγγέλλουν τα αντιπαιδαγωγικά, αντιδημοκρατικά και αντιανθρωπιστικά μέτρα που εξακολουθούσαν να υπάρχουν στο ίδρυμα. Η καταγγελία τους, η οποία απευθυνόταν στο Δ.Σ. της Σχολής και κοινοποιήθηκε στον πρόεδρο της Βουλής, στον υπουργό Κοινωνικών Υπηρεσιών και στον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Τυφλών, ανέφερε ότι οι μαθητές της Σχολής χαρακτήριζαν ως αντιδημοκρατική, αντιπαιδαγωγική και αντισυνταγματική τη διάλυση της μαθητικής κοινότητας στις 27 Ιανουαρίου, ότι η αποβολή του μαθητή Χαράλαμπου Χουρδάκη θα ήταν η απαρχή απαράδεκτων ενεργειών ενάντια σε όποιον τρόφιμο θα ήθελε να αντιδράσει στα αντιπαιδαγωγικά μέτρα που παίρνονταν στον Οίκο, ότι η προϊσταμένη του Οικοτροφείου συμπεριφερόταν ανάρμοστα στους μαθητές και ότι οι παιδαγωγικές της γνώσεις ήταν ανεπαρκείς, ότι η μη ομαλή λειτουργία του Οικοτροφείου είχε σαν αποτέλεσμα να προκληθούν διάφορα ατυχήματα (όπως ο τραυματισμός μαθητή με καυτό νερό) και, τέλος, ότι οι υπεύθυνοι αδιαφορούσαν για την πνευματική, ψυχαγωγική, εκπαιδευτική και επιμορφωτική καλλιέργεια των μαθητών.
Εντωμεταξύ στις 19 Απριλίου 1976 όλοι οι μαθητές τού Οίκου Τυφλών, από 14 χρονών και πάνω, συμμετείχαν σε εκδήλωση ενάντια σε τρομοκρατικές ενέργειες του Δ.Σ. της Σχολής (αλλεπάλληλες αποβολές μαθητών – συνδικαλιστών). Οι τρόφιμοι κατήγγειλαν, ότι το Δ.Σ. διέλυσε την μαθητική κοινότητα αμέσως μετά τη δημιουργία της, με το πρόσχημα ότι δεν ζητήθηκε σχετική άδεια για την πραγματοποίηση διάλεξης μέσα στη Σχολή. Η Συντονιστική Επιτροπή αγώνα των τροφίμων, σε έγγραφη καταγγελία της προς το Διοικητικό Συμβούλιο του Οίκου Τυφλών, διαμαρτυρήθηκε για τις αυθαίρετες αποβολές και τις τρομοκρατικές πράξεις ενάντια στους μαθητές, για την κακοδιαχείριση της περιουσίας της Σχολής με αργομισθίες κ.λπ., για τις προσλήψεις μη έμπειρου προσωπικού, για τη μη κάθαρση και αποχουντοποίηση της Σχολής, για την έλλειψη δημιουργίας κατάλληλων συνθηκών μελέτης, που είχε ως αποτέλεσμα οι μαθητές να μην μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και για την άρνηση του Δ.Σ. να δεχτεί επιτροπή τροφίμων για να συζητηθούν τα προβλήματά τους. Τέλος, τόνισαν ότι η «μόνη λύση για να λυθούν οι διαφορές είναι να απομακρυνθούν τα πρόσωπα εκείνα που με τη συμπεριφορά τους έχουν βλάψει επανειλημμένα τη Σχολή και η άμεση κρατικοποίησή της».
Το βράδυ τής Κυριακής, 2 Μαΐου 1976, μετά από επεισόδια που δημιουργήθηκαν μεταξύ των μαθητών και της Διοίκησης του Ιδρύματος -εξαιτίας της άρνησής της να δεχτεί τέσσερις μαθητές που είχαν αποβληθεί πριν από το Πάσχα- 16μελής (σύμφωνα με την εφημερίδα Ριζοσπάστης) ή 19μελής (σύμφωνα με την Ελευθεροτυπία) επιτροπή τυφλών (η αποκαλούμενη συντονιστική επιτροπή αγώνα) ηγήθηκε 300 περίπου τυφλών, οι οποίοι προχώρησαν σε κατάληψη της Σχολής. Το Δ.Σ. σε απάντηση αυτής της εκδήλωσης διαμαρτυρίας, αποχώρησε και προσκάλεσε τον Εισαγγελέα, Μεταξά, ο οποίος μετά από επίσκεψη που πραγματοποίησε στο Ίδρυμα διαπίστωσε ότι επικρατούσε απόλυτη τάξη και δεν προκλήθηκε καμία φθορά, παρά τους διαφορετικούς ισχυρισμούς τής Διοίκησης. Στις 3 Μαΐου και ενώ συνεχιζόταν η κατάληψη, το Δ.Σ. έδωσε εντολή να μην λειτουργήσει το Ίδρυμα, με αποτέλεσμα να μην χορηγηθεί φαγητό στους τροφίμους και, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, έκανε μήνυση στη Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα των τυφλών για παράνομη κατάληψη της Σχολής. Το αστυνομικό τμήμα Καλλιθέας κάλεσε τα μέλη της Επιτροπής για ανακρίσεις, οι οποίες προσανατολίζονταν σε επίμονες ερωτήσεις περί των πολιτικών τους φρονημάτων. Η Εκκλησία τής Ελλάδας, με επιστολή της στον υπουργό Κοινωνικής Πρόνοιας, απαιτούσε να εφαρμοστούν εναντίον των καταληψιών οι νόμοι «περί συμμοριτοπολέμου» και ο πρωτοπρεσβύτερος Εμμ. Σχοινιωτάκης δήλωσε ότι «Αν δεν υποχωρήσουν, θα τους προσθέσω άλλη μια αναπηρία». Κινήθηκαν μηχανισμοί δίωξης και τα μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής τυφλών κατηγορήθηκαν για παράβαση του νόμου 4000 περί τεντιμποϊσμού. Οι καταληψίες, όχι μόνο δεν πτοήθηκαν με τις απόπειρες εκφοβισμού τους, αλλά υπερβαίνοντας τα αναμενόμενα αιτήματά τους για τη βελτίωση της Σχολής, μίλησαν για την παραχώρηση του Ιδρύματος και όλης της περιουσίας του από την Εκκλησία στο Κράτος.
Ενώ συνεχιζόταν για τέταρτη μέρα η κατάληψη στη Σχολή, η Διοίκηση έκοψε και την παροχή τηλεφωνικής σύνδεσης, με αποτέλεσμα, να γίνει προβληματική η παροχή ιατρικής περίθαλψης στους τροφίμους, εάν χρειαζόταν, ενώ η Αρχιεπισκοπή Αθηνών με ανακοίνωση που έστειλε σε όλες τις εφημερίδες, χαρακτήρισε τους μαθητές ως αυθαίρετους κατακτητές που «έσπασαν την πόρτα και μένουν στο οίκημα βίαια αντιποιούμενοι τα δικαιώματα της νόμιμης και δημοκρατικότατα εκλεγμένης διοικήσεως του Συλλόγου». Στις 6 Μαΐου η Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα τυφλών, κατήγγειλε με ανακοίνωσή της το Δ.Σ. ότι το τελευταίο έκανε μήνυση ενάντια σε 6 μαθητές, μέλη της Επιτροπής, για παράνομη κατάληψη της Σχολής και ότι εναντίον τους υποβλήθηκαν αγωγές για τη λήψη προσωρινών μέτρων, όπως εκδίωξή τους από τη σχολή, πρόστιμο 10.000 δραχμών και προσωπική κράτηση. Σε ανακοίνωση – καταγγελία τους, οι τυφλοί καταδίκασαν αυτές τις ενέργειες, οι οποίες αποτελούσαν μια επιπλέον απόδειξη των κακών προθέσεων της διοίκησης του Οίκου Τυφλών και κάλεσαν τους εκπαιδευτικούς τής Σχολής να συνεχίσουν τα μαθήματα, παρά την απαγόρευσή τους από το Διοικητικό Συμβούλιο. Οι αγωγές θα εκδικάζονταν στις 7 Μαΐου στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας, αλλά τελικά αναβλήθηκαν για τις 11 Μαΐου.
Το απόγευμα της 7ης Μαΐου πραγματοποιήθηκε κοινή σύσκεψη των εκπροσώπων των τυφλών με το Δ.Σ. του Ιδρύματος, παρουσία του Δημάρχου Καλλιθέας, Ιω. Γάλλου, ώστε να βρεθεί λύση στη διένεξη που είχε προκληθεί.
Στις 10 Μαΐου, κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης διαμαρτυρίας αλληλέγγυων στο Στάδιο Καλλιθέας και πορείας προς τον Οίκο Τυφλών, οι τυφλοί για άλλη μια φορά ζήτησαν να σταματήσουν οι μεσαιωνικές μέθοδοι από μέρους του Δ.Σ, να ανακληθούν οι άδικες αποβολές των μαθητών, να σταματήσει κάθε είδους τρομοκρατία, να παραιτηθεί το Δ.Σ. και να διοριστούν νέα άξια εμπιστοσύνης πρόσωπα, να κρατικοποιηθεί η Σχολή και όλα τα ιδρύματα που έχουν σχέση με την εκπαίδευση και την αποκατάσταση των τυφλών και, τέλος, να επιλυθούν νομοθετικά όλα τους τα αιτήματα.
Στις 11 Μαΐου 1976 ο αντιπρόεδρος του Οίκου Τυφλών, Εμμ. Σχοινιωτάκης, έδωσε συνέντευξη Τύπου, στην οποία δήλωσε ότι θα υιοθετούσε την άποψη να κρατικοποιηθεί το σωματείο και η πολιτεία να έχει άμεσα την ευθύνη για την εποπτεία και την καλή λειτουργία τού Οίκου και την αξιοποίηση των περιουσιακών του στοιχείων. Επίσης, ανακοίνωσε όλες τις ενέργειες που έκανε η διοίκηση για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που προκλήθηκαν μετά την αυθαίρετη κατάληψη από ομάδα τυφλών: 1) υποβολή μηνύσεων κατά των πρωταιτίων, 2) αναφορές προς τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες (βλ. εισαγγελέας κ.λπ.). Τέλος είπε ότι η διοίκηση προτίθετο να δεχτεί εκ νέου τους μαθητές που αποβλήθηκαν, γιατί συμπεριφέρθηκαν με τρόπο ανοίκειο και αντίθετο στις διατάξεις του κανονισμού λειτουργίας τού Οίκου Τυφλών.
Στις 13 Μαΐου η Διοίκηση του Ιδρύματος εξακολουθούσε να κρατάει κλειστή την αποθήκη των τροφίμων και να μην επιτρέπει στους εκπαιδευτικούς να κάνουν μαθήματα στα παιδιά και ο πρωτοπρεσβύτερος, Εμμ. Σχοινιωτάκης, προσπαθώντας να το δικαιολογήσει, δήλωσε ότι «Μπορεί να χαθούν τίποτε χαρτιά και να κατηγορηθούν γι αυτό οι δάσκαλοι».
Στις 14 Μαΐου ο δήμαρχος Καλλιθέας Ιω. Γάλλος έδωσε συνέντευξη Τύπου, στην οποία κάλεσε την κυβέρνηση να δώσει λύση στα προβλήματα των τυφλών, ώστε να επαναλειτουργήσει η σχολή και κατήγγειλε ως υποβολιμαίες τις κατηγορίες του Σχοινιωτάκη, περί υποκίνησης των τυφλών από δημάρχους και βουλευτές. Τέλος, ο δήμαρχος έκανε έκκληση σε όλους τους δημότες Καλλιθέας να βοηθήσουν με κάθε μέσο, ώστε να επιτευχθεί μια ανθρώπινη διαβίωση στον Οίκο Τυφλών. Στο μεταξύ οι έγκλειστοι κατήγγειλαν ότι η διοίκηση κλείδωσε τις αποθήκες τροφίμων και οι τρόφιμοι συντηρούνταν αποκλειστικά με προσφορές ιδιωτών. Η κυρία Μαρία Δαμιανού κατήγγειλε ενυπόγραφα ότι στις 5 Ιουνίου 1975 διέθεσε στον Οίκο Τυφλών Καλλιθέας 13.000 δραχμές για να αγοραστούν πουκάμισα για τους τροφίμους, τα οποία μέχρι τότε δεν είχαν δοθεί και κάλεσε τον κύριο εισαγγελέα να επιληφθεί του θέματος.
Στις 20 Μαΐου 1976, 23 τυφλοί κατέβηκαν σε 48ωρη προειδοποιητική απεργία πείνας μπροστά από τον Άγνωστο Στρατιώτη, προκειμένου να λυθούν τα αιτήματα που είχαν θέσει κατά την κατάληψη του Οίκου Τυφλών στις 2 Μαΐου. Στις 23 Μαΐου συνεχιζόταν η κατάληψη του Οίκου Τυφλών για 22η μέρα από τους εξεγερμένους τροφίμους και από το απόγευμα της 22ας Μαΐου είχε λήξει η 48ωρη προειδοποιητική απεργία πείνας που πραγματοποίησε αντιπροσωπευτική ομάδα τυφλών στο Σύνταγμα. Το υπουργείο δεν είχε προβεί σε καμία κίνηση προς επίλυση των ζητημάτων τους, ενώ η Αρχιεπισκοπή συνέχιζε με μηνύσεις και εκφοβισμούς ενάντια στους τροφίμους. 14 από αυτές τις μηνύσεις θα εκδικάζονταν στις 24 Μαΐου στο Α΄ Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την κατηγορία ότι οι τυφλοί δεν είχαν το δικαίωμα να βρίσκονται μέσα στον Οίκο Τυφλών, τελικά όμως η εκδίκαση αναβλήθηκε.
Στις 24 Μαΐου 1976 επισκέφθηκαν τους καταληψίες οι βουλευτές Γ.Β. Μαγκάκης και Κ. Αλαβάνος τής ΕΔΗΚ, Σύλβα Ακρίτα του ΠΑΣΟΚ, η Αμαλία Φλέμιγκ, ο Γ. Καβουνίδης (επίτιμος γενικός γραμματέας Τύπου) και η Μάργκαρετ Παπανδρέου και έκαναν σχετικές δηλώσεις.
Στις 28 Μαΐου οι τυφλοί τής Θεσσαλονίκης είχαν προγραμματίσει να πραγματοποιήσουν πορεία προς το υπουργείο Βορείου Ελλάδος, με αίτημα την ικανοποίηση των αιτημάτων τους αλλά και σε ένδειξη συμπαράστασης προς τους τυφλούς τού Οίκου Τυφλών Καλλιθέας. Η πορεία, τελικά, απαγορεύτηκε από την αστυνομία και οι τυφλοί, οι οποίοι ζητούσαν κρατικοποίηση όλων των σχολών που είχαν σχέση με την εκπαίδευση και την αποκατάσταση των τυφλών, αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν στις 30 Μαΐου συγκέντρωση διαμαρτυρίας στον κινηματογράφο «Παλλάς».
Ένα μήνα μετά την κατάληψη, η Διοίκηση του Οίκου Τυφλών έστειλε μικρό αριθμό μαθητών και σύσσωμο το προσωπικό στο ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης.
