5ο υποκεφάλαιο: Απογραφή τυφλών και γενικότερα των αναπήρων και στατιστικές σε Ελλάδα και εξωτερικό.
Από το περιοδικό Εστία του 1886, πληροφορούμαστε ότι κατά την απογραφή τού υπουργείου Εσωτερικών, υπήρχαν στην Ελλάδα (εκτός από την επαρχία Κυνουρίας) 1503 τυφλοί, 1084 κωφάλαλοι και 1088 φρενοβλαβείς. Επίσης, από το ίδιο περιοδικό τού 1887, ενημερωνόμαστε ότι στη Γαλλία υπήρχαν συνολικά 32.000 τυφλοί, μεταξύ αυτών δε 2.500 παιδιά από τα οποία μόνο τα 800 φοιτούσαν σε ειδικά σχολεία.
Κατά το 1920 κατά την απογραφή τού πληθυσμού, μάλλον έγινε απόπειρα απογραφής και των αναπήρων? για τις σχετικές οδηγίες διαβάζουμε στην εφημερίδα Εμπρός. Ο Θ. Ζαβιτσάνος αναφέρει ότι στην απογραφή τού 1920 στην Ελλάδα, επί πληθυσμού 5.021.790 κατοίκων, ο αριθμός των τυφλών ανερχόταν σε 5.228 (3.018 άντρες και 2.270 γυναίκες), δηλαδή περίπου το 10,4% ανά 10.000 κατοίκους.
Το 1945 ο δήμος Αθηναίων προβαίνει σε απογραφή παιδιών θυμάτων πολέμου, τυφλών, κωφαλάλων και αναπήρων, για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους. Για το λόγο αυτό καλεί α) τους γονείς, κηδεμόνες και προστάτες παιδιών μέχρι 18 ετών, β) τους συγγενείς των θυμάτων πολέμου από το 1940 μέχρι το 1945 (που σκοτώθηκαν στα πολεμικά μέτωπα, στις μάχες και τις συμπλοκές τού αγώνα αντίστασης, από βομβαρδισμούς ή άλλες εκρήξεις που έλαβαν χώρα εξαιτίας του πολέμου, όσων εκτελέστηκαν από τον εχθρό ή κατά τις συμπλοκές τού «Δεκεμβριανού κινήματος») και γ) τους τυφλούς, κωφάλαλους και αναπήρους, να προσέλθουν στο τμήμα στατιστικής του Δήμου Αθηναίων για να καταθέσουν τα στοιχεία όσων πρόκειται να απογραφούν. Η ίδια πρόσκληση για τον ίδιο σκοπό γίνεται και από τον Δήμο Πειραιά.
Κατά την απογραφή τής 7ης Απριλίου 1951, επί πληθυσμού 7.632.801 κατοίκων στην Ελλάδα, το σύνολο των αναπήρων ανερχόταν σε 106.484, από τους οποίους οι 104.266 (97,92%) έφεραν μία αναπηρία, ενώ οι 2.218 (2,08%) έφεραν πολλαπλές αναπηρίες. Ο αριθμός των τυφλών ήταν 12.987 (6.761 άντρες και 6.226 γυναίκες), δηλαδή 17,01% σε 10.000 κατοίκους. Από αυτούς, ένα ποσοστό της τάξης του 0,7 τοις χιλίοις ήταν, επιπλέον, κωφοί και άλαλοι. Συγκριτικά με την απογραφή του 1920 το ποσοστό τής τυφλότητας, είχε αυξηθεί κατά 70%. Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο αριθμός των τυφλών το 1951 ξεπερνούσε τα 11.000.000 (ενώ το 1929 υπολογιζόταν γύρω στα 6.000.000).
Πίνακας τυφλών στην Ελλάδα κατά φύλο και επαγγελματική απασχόληση (απογραφή 7 Απριλίου 1951).
Άντρες.
Εργαζόμενοι: 493
Μη εργαζόμενοι: 6.119
Διαβιούντες σε ιδρύματα: 149
Σύνολο: 6.761
Γυναίκες.
Εργαζόμενες: 119
Μη εργαζόμενες: 6.038
Διαβιούντες σε ιδρύματα: 69
Σύνολο: 6.226
Γενικό σύνολο.
Εργαζόμενοι: 612
Μη εργαζόμενοι: 12.157
Διαβιούντες σε ιδρύματα: 218
Σύνολο: 12.987
Πίνακας τυφλών στην Ελλάδα κατά αιτία τύφλωσης (απογραφή 7 Απριλίου 1951)
Εκ γενετής.
Αριθμός: 868.
Ποσοστό: 6,68%.
Πολεμικά τραύματα.
Αριθμός: 989.
Ποσοστό: 7,61%.
Ατυχήματα.
Αριθμός: 1.479.
Ποσοστό: 11,46%.
Ασθένειες.
Αριθμός: 8.291.
Ποσοστό: 63,79%.
Άγνωστες αιτίες.
Αριθμός: 1.360.
Ποσοστό: 10,46%.
Σύνολο.
Αριθμός: 12.987.
Ποσοστό: 45,42%.
Πίνακας τυφλών στην Ελλάδα κατά ηλικία και φύλο (απογραφή 7 Απριλίου 1951).
Ηλικία: 0-4.
Άντρες: 47.
Γυναίκες: 46.
Ηλικία: 5-9.
Άντρες: 82.
Γυναίκες: 53.
Ηλικία: 10-14.
Άντρες: 113.
Γυναίκες: 64.
Ηλικία: 15-19.
Άντρες: 167.
Γυναίκες: 88.
Ηλικία: 20-24.
Άντρες: 206.
Γυναίκες: 95.
Ηλικία: 25-29.
Άντρες: 198.
Γυναίκες: 74.
Ηλικία: 30-34.
Άντρες: 197.
Γυναίκες: 121.
Ηλικία: 35-39.
Άντρες: 226.
Γυναίκες: 166.
Ηλικία: 40-44.
Άντρες: 266.
Γυναίκες: 185.
Ηλικία: 45-49.
Άντρες: 285.
Γυναίκες: 193.
Ηλικία: 50-54.
Άντρες: 317.
Γυναίκες: 302.
Ηλικία: 55-59.
Άντρες: 316.
Γυναίκες: 266.
Ηλικία: 60-64.
Άντρες: 460.
Γυναίκες: 575.
Ηλικία: 65-69.
Άντρες: 593.
Γυναίκες: 596.
Ηλικία: 70+
Άντρες: 3.233.
Γυναίκες: 3.358.
Ηλικία: Μη δηλωμένοι.
Άντρες: 55.
Γυναίκες: 44.
Σύνολο.
Άντρες: 6.761.
Γυναίκες: 6.226.
Το 1953 ανακοινώνεται η διενέργεια απογραφής για τους τυφλούς στην Ήπειρο, πράγμα που είχε ήδη διενεργηθεί στην Αθήνα και τον Πειραιά, προκειμένου να καταγραφούν πόσοι μπορούν να ιαθούν μετά από εγχείριση και πώς μπορούν να εκπαιδευτούν και να αποκατασταθούν επαγγελματικά οι υπόλοιποι.
Το 1957 εκδόθηκε από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία «Στατιστική Επετηρίδα του 1956», στην οποία περιλαμβανόταν, μεταξύ άλλων, και πίνακας των αναπήρων σύμφωνα με την τελευταία γενική απογραφή τού πληθυσμού το 1951. Από τα αποτελέσματα προέκυψε ότι κατά το 1951 οι ανάπηροι και των δύο φύλων ανέρχονταν σε 106.484, από τους οποίους οι 33.708 εργάζονταν και οι 666 διατρέφονταν σε ειδικό ίδρυμα. Οι τυφλοί ανέρχονταν σε 21.651 (6.040 εργαζόμενοι), οι κωφοί σε 7.968 (3.337 εργαζόμενοι), οι άλαλοι σε 595 (99 εργαζόμενοι), οι κωφάλαλοι σε 5.866 (2.103 εργαζόμενοι), οι ακρωτηριασμένοι σε 27.638 (13.085 εργαζόμενοι) και οι πάσχοντες από ανίατο νόσημα σε 31.863 (εργαζόμενοι 4.202). Από το σύνολο των αναπήρων, οι 68.336 ήταν άνδρες και οι 38.148 γυναίκες.
Πληροφορίες για τον αριθμό των τυφλών στην Ελλάδα, κατά προσέγγιση, αφού δεν υπήρχαν επίσημες απογραφές, βρίσκουμε στη Μεγάλη Παιδαγωγική Εγκυκλοπαίδεια, που εκδόθηκε το 1968, σύμφωνα με την οποία οι τυφλοί στην Ελλάδα διαιρούνταν ως ακολούθως: 0-16 ετών (2.000 τυφλοί), 17-19 (2.000 τυφλοί) και άνω των 20 (19.000 τυφλοί).
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγειονομικής Περίθαλψης (Π.Ο.Υ.Π.), ειδική υπηρεσία τού ΟΗΕ, που ιδρύθηκε το 1945, όρισε την 7η Απριλίου ως Παγκόσμια Ημέρα Υγείας. Το 1976 το θέμα που όρισε ο Π.Ο.Υ.Π. γι αυτή την ημέρα ήταν η «Πρόβλεψη και Πρόληψη της τύφλωσης». Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, 10.000.000 περίπου άνθρωποι σε όλο τον κόσμο ήταν μέχρι τότε τυφλοί και στα 2/3 των περιπτώσεων θα μπορούσε η τύφλωση να προληφθεί ή να θεραπευθεί, όπως στο τράχωμα, την ξηροφθαλμία, τον κυστίκερκο (ασθένεια που μεταδίδεται από ένα έντομο) κ.λπ., αν οι θεραπείες ήταν για όλους το ίδιο προσιτές.
Σύμφωνα με τον Π.Ο.Υ.Π. η τύφλωση εμφανίζεται κυρίως στα υπανάπτυκτα κράτη. Για παράδειγμα, από το μισό δισεκατομμύριο ανθρώπων στον κόσμο που έπασχαν από τράχωμα, τα 120 εκατομμύρια βρίσκονταν στην Ινδία, ενώ στη Σοβιετική Ένωση σε σύνολο πληθυσμού 260.000.000 υπήρχαν μόνο 180.000 τυφλοί (δηλαδή, ποσοστό 0,05%).
Το ποσοστό των τυφλών ανά 100.000 κατοίκους σε διάφορες χώρες φαίνεται και αναλύεται και στον παρακάτω πίνακα:
Χώρα: Ιαπωνία.
Αριθμός ατόμων (ανά 100.000): 248.
Ποσοστό (%): 0,25.
Χώρα: Σαουδική Αραβία.
Αριθμός ατόμων (ανά 100.000): 3.000.
Ποσοστό (%): 30.
Χώρα: Υεμένη.
Αριθμός ατόμων (ανά 100.000): 4.000.
Ποσοστό (%): 4.
Χώρα: Πακιστάν.
Αριθμός ατόμων (ανά 100.000): 1.000.
Ποσοστό (%): 1.
Χώρα: Χονγκ Κονγκ.
Αριθμός ατόμων (ανά 100.000): 1.392.
Ποσοστό (%): 1,4.
Χώρα: Γαλλία.
Αριθμός ατόμων (ανά 100.000): 107.
Ποσοστό (%): 0,1.
Χώρα: Ελλάδα.
Αριθμός ατόμων (ανά 100.000): 170.
Ποσοστό (%): 0,17.
Χώρα: Ουγγαρία.
Αριθμός ατόμων (ανά 100.000): 100.
Ποσοστό (%): 0,1.
Χώρα: Πολωνία.
Αριθμός ατόμων (ανά 100.000): 66.
Ποσοστό (%): 0,07.
Χώρα: Πορτογαλία.
Αριθμός ατόμων (ανά 100.000): 93.
Ποσοστό (%): 0,09.
Χώρα: Ρουμανία.
Αριθμός ατόμων (ανά 100.000): 77.
Ποσοστό (%): 0,08.
Χώρα: Σουηδία.
Αριθμός ατόμων (ανά 100.000): 196.
Ποσοστό (%): 0,2.
Χώρα: Ελβετία.
Αριθμός ατόμων (ανά 100.000): 145.
Ποσοστό (%): 0,15.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Π.Ο.Υ.Π. πολλές ασθένειες που προκαλούν τύφλωση, οφείλονται στην έλλειψη βιταμινών, αλλά και στην φτωχή περίθαλψη του πληθυσμού, κυρίως στην παιδική ηλικία. Οι περισσότερες των περιπτώσεων τύφλωσης παρουσιάζονται στην Αφρική, ενώ στις αναπτυγμένες χώρες οι συχνότερες αιτίες τύφλωσης οφείλονται σε ατυχήματα (εργατικά, οδικά κ.λπ.) και σε διαφορετικής φύσης ασθένειες, όπως ο διαβήτης.
Το ποσοστό τύφλωσης στην Αφρική από κυστίκερκο, βάσει των δεδομένων του Π.Ο.Υ.Π. κατά το 1976, ήταν 0,15-0,30%, αλλά σε ορισμένες περιοχές όπως η Αιθιοπία το ποσοστό αυτό αυξανόταν σε 0,38%. Στην Κένυα έφτανε σε 1-1,15%, στη Νιγηρία 1%, στο Καμερούν 0,70%, στη Σιέρα Λεόνε 1%, στην Τυνησία 0,45%, στην Ουγκάντα 2% και στη Ζάμπια 0,50-075%.
Στην Ινδία κάθε χρόνο 15.000 παιδιά κάτω των 6 ετών, έχαναν την όρασή τους, επειδή η τροφή τους ήταν φτωχή σε βιταμίνες και πρωτεΐνες. Όσον αφορά την εκπαίδευση των τυφλών, η γραφή Braille, το μαγνητόφωνο και η μηχανή ανάγνωσης ελάττωσαν σε μεγάλο βαθμό τα μειονεκτήματα που προέκυπταν από την τυφλότητα, επειδή πολλοί τυφλοί μπόρεσαν να σπουδάσουν, να μορφωθούν και να αποδείξουν ότι μπορούν να γίνουν καθηγητές, συγγραφείς, νομικοί, βουλευτές, κ.ά.
Στην Ελλάδα οι τυφλοί κατά το 1976, επειδή δεν τους παρεχόταν καμία ουσιαστική μέριμνα, αναγκάζονταν να επαιτούν και οι εργαζόμενοι ήταν λιγότεροι από 1.000-1.500.
