ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΥΦΛΩΝ

Η ιστορία τού Οίκου Τυφλών της Ελλάδος (Μέρος 9ο: Κεφάλαιο Β – 1ο υποκεφάλαιο)

Ιαν 27, 2016 | 'Εργα συναδέλφων (μελέτες), ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΥΦΛΟΥΣ

1ο υποκεφάλαιο: Η εκπαίδευση των τυφλών (18ος-20ός αι.)

Στο τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα, οι τυφλοί θεωρούνταν ανεπίδεκτοι μαθήσεως. Λίγα βήματα είχαν γίνει για την εκπαίδευσή τους: Η πρώτη δημοσίευση η οποία ενθάρρυνε την εκπαίδευση των τυφλών ήταν το De subventione pauperum (Περί της υποστήριξης των φτωχών) που δημοσιεύθηκε το 1530 στο Παρίσι από τον Ισπανό Vives Ludvig. Σε αυτή, υποστήριζε ότι οι τυφλοί μπορούν να μελετήσουν τις επιστήμες και τη μουσική, πάνω απ’ όλα όμως τον απασχολούσε η ένταξή τους στην εργασία. Ο Denis Diderot αμφισβήτησε την άποψη ότι οι τυφλοί δεν μπορούν να εκπαιδευτούν, σε μια δημοσίευσή του στο Παρίσι το 1749.

Η Esther Elisabeth von Waldkirch (1661 -?) είναι η πρώτη περίπτωση τυφλής στην οποία εφαρμόστηκε μια προγραμματισμένη διδασκαλία γραφής. Αντίστοιχα η τυφλή Melanie de Salignac μορφώθηκε κυρίως από τη μητέρα της. Ο τυφλός R. Weissenburg εκπαιδεύτηκε από τον πρώτο Γερμανό καθηγητή των τυφλών, Christian Niesen, και έφτιαξε πολλές συσκευές για τη διδασκαλία των τυφλών. Η αυστριακή Maria Theresia von Paradis (1759-1824) ήταν μια από τις πιο διάσημες τυφλές στο δέκατο όγδοο αιώνα.

Πέρα από αυτές τις διάσπαρτες προσπάθειες, οι πρώτες συστηματικές ενέργειες για την εκπαίδευση των τυφλών έγιναν από τον Valentin Hauy ή, όπως συχνά αποκαλείται, τον «πατέρα της εκπαίδευσης των τυφλών», ο οποίος άνοιξε την πόρτα στη σύγχρονη εκπαίδευση των τυφλών -όπως τη γνωρίζουμε σήμερα- στο Παρίσι το 1784. Αυτό που ξεχώριζε τη διδασκαλία του Valentin Hauy (1745 – 1822) από πολλές άλλες μορφές διδασκαλίας στην εποχή του, ήταν ότι γενικά έδωσε έμφαση στις νοητικές ικανότητες των τυφλών αλλά και στις χειρωνακτικές δεξιότητες, όπως το πλέξιμο καλαθιών, η ύφανση κ.λπ. Επιπλέον ο V. Hauy παρατήρησε ότι οι τυφλοί δεν είχαν, όπως συχνά πιστεύονταν, μειωμένες νοητικές ικανότητες σε σχέση με τους βλέποντες. Ο V. Hauy μέσα από τη διδασκαλία μάθαινε στους τυφλούς να διαβάζουν και να γράφουν χρησιμοποιώντας απτικά μέσα.

Σε αυτό το πλαίσιο, ίδρυσε το πρώτο σχολείο του κόσμου για τους τυφλούς στο Παρίσι, το 1784. Αρχικά ο V. Hauy εκπαίδευσε το τυφλό επαίτη μαθητή του Francois LeSueur. Η διδασκαλία είχε επιτυχία και ο Hauy επέστησε την προσοχή τού κοινού σε αυτό. Μια φιλανθρωπική ένωση (Societe Philanthropique) τον υποστήριξε και ίδρυσε το σχολείο για τυφλούς. Στην πραγματικότητα, η Societe Philanthropique, η οποία είχε συγκροτηθεί το 1780 στο Παρίσι, υποστήριζε ήδη τυφλούς, ειδικά την εκπαίδευσή τους στις τέχνες. Υπό τη διεύθυνση του V. Hauy το σχολείο αύξησε τους μαθητές σε πενήντα και έγινε γνωστό ως L΄ Institut National des Jeunes Aveugles (Το Εθνικό Ίδρυμα για τυφλούς νέους).

Στα τέλη του δέκατου όγδοου και στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα ειδικά σχολεία για τυφλούς άρχισαν να εμφανίζονται, επίσης, εκτός Γαλλίας. Το έργο του V. Hauy έγινε γνωστό σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, και αυτό επηρέασε την ίδρυση νέων θεσμών για τυφλούς. Αρχικά, σε αυτά τα σχολεία οι τυφλοί διδάσκονταν μόνο στοιχειώδεις γνώσεις για τη διαχείριση της καθημερινότητας και των απλών συναλλαγών τους, αλλά αργότερα έγιναν προσπάθειες να διδαχθούν ανάγνωση και γραφή.

Στην Μεγάλη Βρετανία, ο Εdward Rushton, «ένας άνθρωπος από το Λίβερπουλ, που από νέος πήγε στα καράβια και ήταν ένα τυπικό προϊόν του Διαφωτισμού» με τη βοήθεια δύο τυφλών συντρόφων του σχημάτισε μια μικρή επιτροπή, η οποία άρχισε να ζητά την απαραίτητη οικονομική στήριξη για την ίδρυση σχολείου τυφλών. Τελικά το 1790 την εξασφάλισε. Τον Ιανουάριο του 1791, το πρώτο σχολείο για τους τυφλούς της Αγγλίας άνοιξε στο Λίβερπουλ με την επωνυμία Σχολή Κατάρτισης Απόρων Τυφλών. Εκτός από το ίδρυμα στο Λίβερπουλ, κατά την τελευταία δεκαετία του δέκατου όγδοου αιώνα, ιδρύθηκαν τρία άλλα σχολεία για τυφλούς στο Μπρίστολ, Εδιμβούργο και το Λονδίνο. Ωστόσο, αν και τα σχολεία λειτουργούσαν, δεν υπήρχε μέθοδος κατάρτισης των εκπαιδευτικών και ούτε κάποιο ανάγλυφο σύστημα για να μάθουν οι τυφλοί να διαβάζουν και να γράφουν. Κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του δέκατου ένατου αιώνα μόνο τέσσερα νέα ιδρύματα για τυφλούς ιδρύθηκαν: στο Νόργουιτς (1805), τη Νέα Υόρκη (1835), το Νιούκαστλ (1838) και το Μάντσεστερ (1839). Ωστόσο, δεν ελήφθη υπόψη η κατάρτιση των εκπαιδευτικών σχετικά με το απαιτητικό αυτό έργο.

Τα ιδρύματα στη Βιέννη και το Βερολίνο έγιναν πηγή έμπνευσης για την ίδρυση νέων σχολείων σε γερμανόφωνες χώρες. Στη Ρωσία ο ίδιος ο V. Hauy ίδρυσε το πρώτο ίδρυμα για τους τυφλούς. Πρωτοπόρος της εκπαίδευσης των τυφλών στις σκανδιναβικές χώρες ήταν ο Σουηδός Per Aron Borg. Άρχισε να διδάσκει ένα τυφλό κορίτσι, σύμφωνα με τη δική του μέθοδο το 1806. Ενδιαφερόταν επίσης για τους κωφούς και στην πρώτη δεκαετία του δέκατου ένατου αιώνα, δίδαξε τυφλούς και κωφούς μαθητές στο σπίτι του στη Στοκχόλμη. Το 1812, αγόρασε το ακίνητο Manilla στο Djurgarden, και με τη βοήθεια φοιτητών και καθηγητών έχτισε έναν «ξενώνα» για κωφούς και τυφλούς. Στις Κάτω Χώρες, το πρώτο ίδρυμα για την εκπαίδευση των τυφλών ιδρύθηκε στο Άμστερνταμ το 1808, στην Ελβετία, στη Ζυρίχη το 1809, και στη Δανία το 1811. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ιδρύματα για τυφλούς ιδρύθηκαν σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Το 1829 ιδρύθηκε το Άσυλο της Νέας Αγγλίας για τους Τυφλούς, το πρώτο σχολείο για τυφλούς στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1839 μετονομάστηκε σε Ίδρυμα Perkins για τους Τυφλούς προς τιμήν του συνταγματάρχη Handasyd Perkins. Το 1887 το σχολείο καθιέρωσε ένα νηπιαγωγείο για τα τυφλά παιδιά, το 1920 έγιναν εκεί οι πρώτες ψυχολογικές εξετάσεις για τυφλά παιδιά, και το πρώτο μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Επιμόρφωσης Εκπαιδευτικών για Τυφλούς, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Το 1831, ιδρύθηκε το ίδρυμα για τυφλούς στη Νέα Υόρκη υπό τη διεύθυνση του Δρ. John Dennison Russ. Αντίστοιχο Ίδρυμα στην Πενσυλβάνια ιδρύθηκε το 1833. Οι πρώτοι μαθητές ήταν τα παιδιά οικογενειών που μπορούσαν να πληρώσουν τα δίδακτρα και τα τέλη επιβίβασης. Τα σχολεία για τυφλά παιδιά σιγά-σιγά πολλαπλασιάστηκαν.

Ένα σημαντικό ζήτημα που αφορούσε την εκπαίδευση των τυφλών ήταν η γραφή στην οποία θα εκπαιδεύονταν. Έτσι το 1786, ο V. Hauy δημοσίευσε στο Δοκίμιο για την εκπαίδευση των τυφλών ένα ανάγλυφο σύστημα γραφής ώστε να μπορούν να το διαβάσουν τυφλοί. Αυτό το σύστημα γραφής είναι σήμερα γνωστό ως τύπος Hauy. Ο τύπος απλοποιούσε το σύστημα που χρησιμοποιούνταν συνήθως για τη γραφή των τυφλών, αλλά χωρίς να αλλάξει στην ουσία τη μορφή της γραφής. Το μεγάλο λάθος αυτών των συστημάτων γραφής ήταν, όπως επεσήμανε ο ερευνητής Pam Lorimer, ότι θεωρούσαν «πως επειδή τα γράμματα ήταν εύκολο να γίνουν αντιληπτά με τα μάτια δεν θα ήταν πάρα πολύ δύσκολο να κατανοηθούν μέσω ανάγλυφων σχημάτων με την αφή».

Η ίδια κριτική μπορεί να γίνει και για τον τύπο Moon που αναπτύχθηκε από το τυφλό Δρ. William Moon (1818-1894). Το σύστημα Moon είναι το μόνο άλλο σύστημα ανάγνωσης για τυφλούς, το οποίο είναι σε κοινή χρήση μέχρι σήμερα, αν και χρησιμοποιείται κυρίως στη Βρετανία και ορισμένες χώρες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Το πρόβλημα με όλα τα ανάγλυφα συστήματα γραφής ήταν η δυσκολία στη γραφή, καθώς, κατά τον 19ο αιώνα, αυτή η γραφή μπορούσε να παραχθεί επιτυχώς μόνο με τη χρήση πιεστηρίων. Αυτό ήταν μεγάλο μειονέκτημα για τους τυφλούς καθώς εξαρτιόντουσαν από τους βλέποντες για το τύπωμα.

Η εκπαίδευση, η ανάγνωση και η γραφή των τυφλών ήταν δύσκολη υπόθεση στις αρχές του 19ου αιώνα, καθώς όπως επισημαίνει ο Lorimer, «κανένα μέσο γραφής δεν είχε εξελιχθεί μέχρι το 1821». Η καθυστέρηση της εκπαίδευσης των τυφλών προκλήθηκε εν μέρει από τεχνολογικά προβλήματα, αλλά και από την έλλειψη κατανόησης των αναγκών και των δυνατοτήτων των ατόμων που στερούνται την όραση. Τελικά, ο τυφλός γάλλος μαθητής Λουδοβίκος Μπράιγ (1809-1852) σχεδίασε το καλύτερο σύστημα ανάγνωσης και γραφής για τυφλούς, το «Σύστημα Braille», χρησιμοποιώντας μόνον έξι κουκίδες.

Με τη χρήση Braille οι τυφλοί μαθητές ήταν σε θέση να προχωρήσουν την εκπαίδευσή τους. Η Helen Keller (1880-1968) η οποία ήταν τυφλο-κωφάλαλη ήταν σε θέση να πάει στο κολέγιο, το 1900, εξαιτίας της μεγάλης επάρκειάς της στην γραφή Braille. Εξαιρετικά σημαντική, για την εκπαίδευση των τυφλών ήταν και η ανακάλυψη του Pierre Foucault, ο οποίος ήταν δάσκαλος στο σχολείο για τυφλούς στο Παρίσι, και κατασκεύασε μια μηχανή, το 1848, η οποία εκτύπωνε ανάγλυφα γράμματα για τους τυφλούς. Βρισκόμαστε μπροστά στην ανακάλυψη της σύγχρονης γραφομηχανής, η οποία αρχικά εφευρέθηκε για την επικοινωνία των τυφλών. Η γραφομηχανή αντικατέστησε τους, ως επί το πλείστον, πολύ πιο αργούς τρόπους γραφής. Επίσης έχει αποδειχθεί ότι είναι μια πολύτιμη συσκευή για την απασχόληση ενός μεγάλου μέρους τυφλών. Η εισαγωγή αποτελεσματικών Braillewriter κατέστησε δυνατή την ταχεία μεταγραφή Braille βιβλίων και άλλων υλικών.

Οι αστικές τάξεις αντιλήφθηκαν την εκπαίδευση για τους τυφλούς αρχικά ως μια φιλανθρωπική πράξη και αργότερα ως δικαίωμα των τυφλών πολιτών. Το Άσυλο Χάλιφαξ Τυφλών, το πρώτο οικοτροφείο για τυφλά παιδιά στον Καναδά, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εξέλιξης. Άνοιξε τις πόρτες του το 1872 ως φιλανθρωπικό ίδρυμα με εκπαιδευτικούς στόχους. Το Άσυλο ξεκίνησε με μια μεγάλη δωρεά από το κληροδότημα που άφησε ο έμπορος William Murdoch, ο οποίος είχε προβλήματα όρασης. Υπό την καθοδήγηση του τυφλού διευθυντή Fraser, το Άσυλο έγινε ένα ακμάζον σχολείο με μαθητές ηλικίας μεταξύ έξι και είκοσι ενός, στο οποίο διδάσκονταν ανάγνωση, μαθηματικά, ιστορία και γεωγραφία, μουσική, καλαθοπλεκτική. Παράλληλα ο Fraser ξεκίνησε μια εκστρατεία με εκκλήσεις χρηματοδότησης από φιλανθρώπους, ωστόσο κατέληξε να ζητά χρηματοδότηση από το κράτος, θεωρώντας την εκπαίδευση των τυφλών δικαίωμα του πολίτη, αντίστοιχο με το δικαίωμα όλων των παιδιών για δημόσια πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Τελικά η εκστρατεία πέτυχε και ο Fraser έστρεψε ξανά την προσοχή του στην εκπαίδευση των τυφλών παιδιών, επιτρέποντας στο Εθνικό Καναδικό Ινστιτούτο για Τυφλούς να γίνει το κύριο πρόσωπο της στήριξης των τυφλών στις θαλάσσιες επαρχίες και σε ολόκληρο τον Καναδά.

Η σημασία των αναπήρων πολέμου στη διαμόρφωση των συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας για τους αναπήρους και συνολικότερα η αλλαγή αντιμετώπισης της αναπηρίας και της τυφλότητας αποτελεί κοινό τόπο στη σχετική διεθνή βιβλιογραφία. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε καθοριστικός για την Δύση, αφού έφερε αντιμέτωπες τις κοινωνίες με τις συνέπειες του πολέμου μετά το τέλος του, δηλαδή τη μεγάλη ανθρωπιστική καταστροφή. Σε αυτό το πλαίσιο επηρεάστηκε η πρόνοια για την αναπηρία και ως εκ τούτου για τους τυφλούς.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών των μετατοπίσεων είναι η ίδρυση του Καναδικού Εθνικού Ινστιτούτου για τους Τυφλούς (CNIB) το 1918. Ενώ στις αρχές του εικοστού αιώνα, οι τυφλοί αντιμετωπίζονταν γενικά, και στον Καναδά, ως εξαρτώμενα μέλη της κοινωνίας και θεωρούνταν αξιοθρήνητοι. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτή η εξάρτηση έγινε πιο εμφανής όταν βετεράνοι, οι οποίοι είχαν χάσει την όρασή τους κατά τη διάρκεια των μαχών, επέστρεψαν στον Καναδά. Όπως προηγουμένως οι τυφλοί ενήλικες, οι βετεράνοι δεν είχαν αποκτήσει δεξιότητες για να αντιμετωπίσουν τη νέα πρόκληση. Ωστόσο, αυτή η ομάδα των ανδρών παρουσίαζε μια διαφορετική πρόταση αναπαράστασης της τυφλότητας. Η απώλεια της όρασης δεν ήταν εκ γενετής. Οι τυφλοί βετεράνοι ήταν αυτάρκεις πριν από την εμπειρία του πολέμου και τον τραυματισμό τους.

Σε αυτό το πλαίσιιο ιδρύθηκε το 1918 το Καναδικό Εθνικό Ινστιτούτο για τους Τυφλούς (CNIB) από διάφορα άτομα, συμπεριλαμβανομένου του τυφλού βετεράνου πολέμου, Edwin Baker. Ως αποτέλεσμα της άσκησης πιέσεων του Ινστιτούτου, πολλές νομοθεσίες αναγνώρισαν ίσα δικαιώματα για τους τυφλούς. Για παράδειγμα, το 1930 ψηφίστηκε νόμος που επέτρεπε στους τυφλούς ψηφοφόρους να ψηφίζουν.

Μετάβαση στο περιεχόμενο