ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΥΦΛΩΝ

Κατανόηση του χώρου μέσω λεκτικών περιγραφών: Σύγκριση τυφλών και βλεπόντων (8ο μέρος)

Αυγ 17, 2015 | ΘΕΜΑΤΑ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑΣ, Ψυχολογία

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Η έρευνα αυτή είχε ως βασικό στόχο να διερευνήσει και να συγκρίνει τον τρόπο με τον οποίο οι τυφλοί και οι βλέποντες αντιλαμβάνονται το χώρο μέσω λεκτικών περιγραφών. Για να επιτευχθεί αυτό αρχικά εξετάστηκε ο τρόπος με τον οποίο τα άτομα της κάθε ομάδας περιγράφουν λεκτικά μια οικεία σε αυτούς περιοχή, συγκεκριμένα της γειτονιάς τους και αργότερα εξετάστηκε η ικανότητα κατασκευής ενός γνωστικού χάρτη μιας άγνωστης περιοχής που τους περιγράφηκε λεκτικά.

Ο λόγος για τον οποίο ζητήθηκε από τα άτομα με πρόβλημα όρασης να περιγράψουν έναν οικείο για αυτά χώρο είναι γιατί ένας έμμεσος τρόπος για να υπολογιστούν οι πληροφοριακές ανάγκες των ατόμων αυτών αλλά και ο τρόπος με τον οποίον αντιλαμβάνονται τον χώρο γύρω τους είναι η ανάλυση των περιγραφών που τα ίδια τα άτομα κάνουν.

Τα αποτελέσματα της έρευνας όσον αφορά στο πρώτο κομμάτι της εργασίας έδειξαν ότι οι περιγραφές των ατόμων με πρόβλημα όρασης και των ατόμων με τυπική όραση διαφέρουν ποσοτικά αλλά και ποιοτικά. Συγκεκριμένα, οι περιγραφές των ατόμων με πρόβλημα όρασης ήταν πιο εκτενείς και περιείχαν περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά τα καταστήματα και τους χώρους στους οποίους εξυπηρετούν τις καθημερινές τους ανάγκες, τα εμπόδια που συναντούν κατά την μετακίνηση τους αλλά και τα στοιχεία που δομούν τον αστικό χώρο, τα οποία παρέχουν πληροφορίες για την θέση τους και την κατεύθυνση τους σε αυτόν τον χώρο.

Τα αποτελέσματα αυτά συμφωνούν με τα ευρήματα της έρευνας των Edwards, Ungar & Blades (1998), όπου αναφέρεται ότι οι περιγραφές ενός οικείου χώρου των παιδιών με πρόβλημα όρασης είχαν περισσότερες πληροφορίες από τις περιγραφές των παιδιών με τυπική όραση. Ακόμη, όσον αφορά στο είδος των πληροφοριών τα ευρήματα της παρούσας έρευνας συμφωνούν με τα ευρήματα της έρευνας των Gaunet & Briffault (2005), όπου βρέθηκε ότι τα άτομα με πρόβλημα όρασης αναφέρουν συχνά πληροφορίες για στοιχεία όπως, δρόμοι, διασταυρώσεις, πεζοδρόμια και άλλα στοιχεία δόμησης του αστικού χώρου. Ακόμη, τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας συμφωνούν με τις έρευνες του Brambring (1982) και του Foulke (1996), όπου αναφέρεται ότι τα άτομα με πρόβλημα όρασης στις περιγραφές τους αναφέρονται σε εμπόδια, όπως σκαλοπάτια, εσοχές και διάφορα άλλα εμπόδια που συναντούν στους δρόμους (Brambring, 1982, Foulke, 1996, όπως αναφέρονται από τους Gaunet & Briffault, 2005).

Όσον αφορά στο είδος της προοπτικής που υιοθετούν στην περιγραφή τους τα άτομα της κάθε ομάδας βρέθηκε ότι τα άτομα με προβλήματα όρασης προτιμούν να χρησιμοποιούν την προοπτική της διαδρομής. Το εύρημα αυτό εξηγείται από την διαπίστωση ότι για τα άτομα με πρόβλημα όρασης η αντίληψη του χώρου είναι μια διαδικασία η οποία πραγματοποιείται από την σύνθεση διαδοχικών πληροφοριών για τα στοιχεία του χώρου, καθώς τα άτομα αυτά δεν μπορούν να έχουν μια ολική εικόνα για το περιβάλλον γύρω τους λόγω της απουσίας της όρασης. Ακόμη, τα άτομα αυτά βασίζονται στο απτικό και το αισθησιο-κινητικό σύστημα τα οποία μπορούν να προσφέρουν χωρικά στοιχεία μόνο με άξονα το ίδιο το σώμα του ατόμου (Ungar, Blades & Spencer, 1996). Έτσι, η προοπτική της διαδρομής, η οποία δίνει πληροφορίες για τη θέση των ορόσημων και των διαφόρων αντικειμένων σε σχέση με την συνεχώς μετακινούμενη θέση του ατόμου που μετακινείται και αναδεικνύει βήμα βήμα τη διάταξη του περιβάλλοντος ακολουθώντας μια διαδοχική οργάνωση (Noordzij & Postma, 2005) φαίνεται να μοιάζει με τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα με πρόβλημα όρασης αντιλαμβάνονται τον χώρο.

Αντίθετα, τα άτομα με τυπική όραση δεν έδειξαν μια σταθερή προτίμηση σε ένα είδος προοπτικής. Έτσι, το 40% των ατόμων με τυπική όραση προτίμησε να υιοθετήσει μια μικτή προοπτική. Ακόμη, το υπόλοιπο 40% των ατόμων υιοθέτησαν την τοπογραφική προοπτική στην περιγραφή τους, ενώ λιγότερα άτομα χρησιμοποίησαν προοπτική της διαδρομής. Παρόμοιες διαπιστώσεις έκαναν και οι Tversky & Taylor (1998) στην έρευνα τους, όπου εξέτασαν τις λεκτικές περιγραφές ατόμων χωρίς πρόβλημα όρασης και βρήκαν ότι στην πραγματικότητα τα άτομα χωρίς πρόβλημα όρασης υιοθετούν και των δυο ειδών τις προοπτικές στις περιγραφές τους ενώ πολλές φορές στην ίδια περιγραφή χρησιμοποιούν μια μικτή προοπτική.

Όπως προέκυψε από τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας στη δεύτερη δοκιμασία, οι συμμετέχοντες και των δυο ομάδων παρουσίασαν αρκετά καλή αναπαράσταση του χάρτη που τους περιγράφηκε λεκτικά χρησιμοποιώντας την προοπτική της διαδρομής. Η στατιστική ανάλυση που έγινε δεν ανέδειξε διαφορές στην κατασκευή του γνωστικού χάρτη μεταξύ των ατόμων με πρόβλημα όρασης και των ατόμων με τυπική όραση. Άλλες έρευνες που συγκρίνουν την κατασκευή των γνωστικών χαρτών μέσω λεκτικών περιγραφών στα άτομα με ή χωρίς πρόβλημα όρασης υποστηρίζουν ότι τα άτομα με πρόβλημα όρασης έχουν καλύτερη επίδοση όταν ακούν μια περιγραφή που χρησιμοποιεί την προοπτική της διαδρομής (Noordzij & Postma, 2006) ενώ τα άτομα με τυπική όραση έχουν καλύτερη επίδοση όταν ακούν μια περιγραφή που χρησιμοποιεί την τοπογραφική προοπτική (Noordzij & Postma, 2006• Steyvers & Kooijman, 2009). Βασιζόμενος σε αυτά τα συμπεράσματα θα περίμενε κανείς ότι η κατασκευή ενός γνωστικού χάρτη μετά το άκουσμα μιας περιγραφής που χρησιμοποιεί την προοπτική της διαδρομής θα οδηγούσε σε καλύτερη κατασκευή στα άτομα με πρόβλημα όρασης. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν παρατηρήθηκε στην παρούσα έρευνα. Αυτό βέβαια μπορεί να οφείλεται στο διαφορετικό τρόπο συλλογής και ανάλυσης του γνωστικού χάρτη που κατασκεύασαν τα άτομα αυτά, η επιλογή του οποίου πηγάζει από διαφορετικού ερευνητικούς στόχους.

Συγκεκριμένα, στην παρούσα έρευνα χρησιμοποιήθηκε μια τεχνική διαμόρφωσης. Ειδικότερα, το έργο που ζητήθηκε από τα υποκείμενα ήταν μια γραφική δοκιμασία, η οποία μετράει τη γνώση της διάταξης του χώρου και των αντικειμένων (Kitchin & Jacobson, 1997). Στην έρευνα των Noordzij & Postma (2006) ζητήθηκε από τα υποκείμενα να εκτιμήσουν αποστάσεις και να εκτελέσουν μια δοκιμασία όπου τοποθετούσαν κάποια στοιχεία σε ένα μοντέλο του χώρου που τους είχε προγουμένως περιγραφεί λεκτικά. Τέλος, οι Steyvers & Kooijman (2009) χρησιμοποίησαν τη μέθοδο των ερωτήσεων για να συμπεράνουν την ικανότητα της χωρικής αναπαράστασης των ατόμων που συμμετείχαν στην έρευνα τους.

Η εξέταση των σκορ που συγκέντρωσαν οι συμμετέχοντες της παρούσας έρευνας από τη βαθμολόγηση των γνωστικών χαρτών τους δείχνει παρόμοιο μοτίβο λαθών ανάμεσα στις δύο ομάδες. Για παράδειγμα, τα άτομα και των δυο ομάδων σημείωσαν χειρότερο σκορ όσον αφορά στην αναπαράσταση των αποστάσεων ενώ συγκέντρωσαν καλύτερο σκορ όσον αφορά στον αριθμό των πληροφοριών που συμπεριέλαβαν. Ωστόσο, αυτό μπορεί να συνέβη γιατί η απομνημόνευση των αποστάσεων αποτελούσε μεγαλύτερο γνωστικό φορτίο από την απομνημόνευση των πληροφοριών, καθώς οι αποστάσεις που έπρεπε να απομνημονευθούν ήταν περισσότερες, 11 στον αριθμό, ενώ τα ορόσημα ήταν λιγότερα, 8 στον αριθμό.

Εξάλλου, οι αποστάσεις έχουν αποτελέσει αντικείμενο μελέτης διάφορων μελετών κι έχει υποστηριχτεί ότι αποτελούν συχνά στοιχείο διαστρέβλωσης στους γνωστικούς χάρτες των ατόμων. Οι παράγοντες οι οποίοι οδηγούν σε αυτή τη διαστρέβλωση ποικίλλουν. Άλλοι ερευνητές αναφέρουν ότι ο αριθμός των στροφών, των διασταυρώσεων, ή των γνωστών σημείων ή των δρόμων που αναφέρονται συχνότερα από τα υποκείμενα επηρεάζουν τον υπολογισμό του μεγέθους της απόστασης (Sadalla & Magel, 1980• Sadalla, Staplin & Burroughs, 1979• Sadalla & Staplin, 1980b, όπως αναφέρονται από τους Hirtle & Jonides, 1985).

Γενικά, αξίζει να σημειωθεί ότι ο τρόπος με τον οποίον επιλέχθηκε να εξεταστεί ο γνωστικός χάρτης των ατόμων απαιτούσε αρκετή μνημονική προσπάθεια καθώς οι συμμετέχοντες έπρεπε να κατασκευάσουν έναν χάρτη συμπεριλαμβάνοντας όλες τις πληροφορίες που είχαν προηγουμένως ακούσει στην περιγραφή. Η διαδικασία αυτή απαιτούσε από τα υποκείμενα οχι μόνο να απομνημονεύσουν τα αντικείμενα που υπάρχουν στην περιγραφή αλλά και να τα εντοπίσουν στη σωστή τους θέση σε σχέση με το δρόμο και στη σωστή σειρά σε σχέση το ένα αντικείμενο με το άλλο. Η σωστή τοποθέτηση προέκυπτε εφόσον γινόταν μια σωστή διάταξη του χώρου συμπεριλαμβάνοντας τις σωστές αποστάσεις που χώριζαν τα αντικείμενα και τις στροφές στην σωστή κατεύθυνση που είχαν αναφερθεί στην περιγραφή.

Για να αποφευχθεί η συμβολή του παράγοντα της μνημονικής ικανότητας στην αναπαράσταση του χώρου δεν δόθηκε περιορισμός όσον αφορά το πόσες φορές οι συμμετέχοντες μπορούσαν να ακούσουν την περιγραφή. Ωστόσο, οι περισσότεροι συμμετέχοντες άκουσαν την περιγραφή τρεις φορές και δεν προέκυψε στατιστικά σημαντική διαφορά στο μέσο όρο των επιδόσεων τους για την κατασκευή του χάρτη με κριτήριο τον αριθμό των επαναλήψεων της λεκτικής περιγραφής. Εξάλλου, ίδιος αριθμός επαναλήψεων έχει χρησιμοποιηθεί και σε άλλες έρευνες (Denis, 2008, Steyvers & Kooijman, 2009) και φάνηκε να είναι αρκετός για την κατασκευή ενός γνωστικού χάρτη. Ακόμη, η ανάλυση των δεδομένων με το συντελεστή συσχέτισης r του Pearson δεν ανέδειξε στατιστικά σημαντική συσχέτιση της μεταβλητής «επανάληψη της λεκτικής περιγραφής» με το συνολικό σκορ ή το σκορ στις επιμέρους μετρήσεις που συγκέντρωσαν τα άτομα με τυπική όραση για την αναπαράσταση του χάρτη. Στα άτομα με πρόβλημα όρασης, ωστόσο, βρέθηκε υψηλή θετική συσχέτιση μεταξύ του αριθμού των επαναλήψεων της λεκτικής περιγραφής και της σωστής αναπαράστασης των στροφών. Όσο πιο πολλές φορές άκουσαν δηλαδή τα άτομα αυτά την λεκτική περιγραφή τόσο καλύτερη αναπαράσταση των στροφών έκαναν στο χάρτη που δημιούργησαν. Η συσχέτιση αυτή, όμως, δεν υποδηλώνει κάποια αιτιώδη σχέση.

Από τις αναλύσεις που έγιναν στις επιμέρους μετρήσεις του χάρτη που κατασκεύασαν τα άτομα με πρόβλημα όρασης προέκυψαν υψηλές συσχετίσεις μεταξύ των περισσότερων επιδόσεων στις επιμέρους μετρήσεις. Ωστόσο, για τα άτομα με τυπική όραση βρέθηκε υψηλή θετική συσχέτιση μόνο μεταξύ των μετρήσεων που αφορούσαν την σωστή αναπαράσταση της ακολουθίας των πληροφοριών και την αναπαράσταση των αποστάσεων και τη θέση των ορόσημων σε σχέση με το δρόμο.

Οι συσχετίσεις που βρέθηκαν μεταξύ των επιμέρους μετρήσεων, οι οποίες αφορούσαν την αναπαράσταση διαφορετικών στοιχείων της περιοχής που περιγράφηκε λεκτικά, ίσως να υποδεικνύουν ότι τα σφάλματα στη μία μέτρηση οδηγούν σε σφάλματα σε μία επόμενη μέτρηση. Με άλλα λόγια, υπήρχαν άτομα τα οποία είχαν καλή επίδοση στις περισσότερες μετρήσεις αλλά και άτομα τα οποία είχαν κακή επίδοση σε πολλές μετρήσεις.

Η διαφοροποίηση των συσχετίσεων μεταξύ των επιμέρους μετρήσεων που παρατηρήθηκε ανάμεσα στις δύο ομάδες μπορεί να αποτελεί ένδειξη ενός διαφορετικού μηχανισμού κωδικοποίησης των πληροφοριών αυτών για τα άτομα των διαφορετικών αυτών ομάδων. Υπάρχουν ορισμένες έρευνες, οι οποίες υποστηρίζουν ότι τα άτομα με πρόβλημα όρασης και τα άτομα με τυπική όραση χρησιμοποιούν διαφορετικές στρατηγικές απομνημόνευσης σε έργα που εξετάζουν την νοερή χωρική απεικόνιση (Vanlierde & Wanet-Defalque, 2004) ή ότι τα άτομα αυτά χρησιμοποιούν διαφορετικές στρατηγικές κωδικοποίησης των χωρικών σχέσεων (Ungar et al., 2004).

Ο έλεγχος t-test που έγινε για να διαπιστωθεί αν υπάρχουν διαφορές στους μέσους όρους των επιδόσεων σε σχέση με το φύλο ανέδειξε στατιστικά σημαντική διαφορά μόνο για την ομάδα των ατόμων με πρόβλημα όρασης. Συγκεκριμένα, οι γυναίκες είχαν καλύτερους μέσους όρους όσον αφορά στη συνολική αναπαράσταση του χάρτη αλλά και στον αριθμό των ορόσημων που συμπεριέλαβαν, αλλά και όσον αφορά στη σωστή τοποθέτησή τους σε σχέση με το δρόμο. Το γεγονός αυτό βρίσκει υποστήριξη στη διαπίστωση που έκανε ο Vecchi (2001). Στην έρευνα του, όπου έγινε σύγκριση μεταξύ της επίδοσης ανδρών και γυναικών με πρόβλημα όρασης ή με τυπική όραση, φάνηκε να υπάρχει μεγαλύτερη επίδραση της μεταβλητής φύλου στα άτομα με πρόβλημα όρασης. Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε χαμηλότερη επίδοση των γυναικών στα έργα που απαιτούν ενεργητική αποθήκευση των πληροφοριών ενώ δεν παρατηρήθηκε διαφορά στα έργα που απαιτούν παθητική αποθήκευση.

Η διάκριση αυτή αναφέρεται στους χειρισμούς που γίνονται στην οπτικο- χωρική πληροφορία. Ειδικότερα, ο όρος παθητική αποθήκευση αναφέρεται στην ικανότητα διατήρησης στην μνήμη των οπτικο-χωρικών πληροφοριών ενώ εκτελείται κάποιο έργο που δεν απαιτεί χειρισμούς ή μετασχηματισμούς. Η πληροφορία, δηλαδή, ανακαλείται με την ίδια μορφή με την οποία απομνημονεύτηκε. Αντιθέτως, στα έργα όπου απαιτείται η ενεργητική αποθήκευση είναι απαραίτητος ο χειρισμός και η ενσωμάτωση της πληροφορίας (Vecchi, 2001). Το έργο που ζητήθηκε στην παρούσα έρευνα ήταν έργο που ζητούσε παθητική αποθήκευση, επομένως βάσει των αποτελεσμάτων του Vecchi (2001) δε θα περίμενε κανείς να υπάρξει διαφορά μεταξύ της επίδοσης των ανδρών και των γυναικών με πρόβλημα όρασης. Ωστόσο, παρατηρήθηκε διαφορά και μάλιστα οι γυναίκες με πρόβλημα όρασης τα πήγαν καλύτερα από τους άνδρες με πρόβλημα όρασης.

Το αποτέλεσμα αυτό έρχεται σε αντίθεση με διάφορες έρευνες που εξετάζουν τις χωρικές ικανότητες ανδρών και γυναικών. Συνήθως, σε χωρικά έργα που εξετάζουν τις χωρικές ικανότητες των ατόμων χωρίς πρόβλημα όρασης, οι άνδρες έχουν καλύτερη επίδοση από τις γυναίκες (Kaufman, 2007, Coluccia & Louse, 2004). Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες έρευνες, οι οποίες δείχνουν ότι σε κάποια έργα υπερέχουν οι άνδρες και σε άλλα υπερέχουν οι γυναίκες. Οι διαφορές που παρατηρούνται φαίνεται να οφείλονται περισσότερο στον τύπο του έργου που ζητείται να εκτελέσουν τα άτομα (Montello, 1999, Dabbs et al., 1998).

Στην παρούσα έρευνα, βέβαια, το έργο ήταν ίδιο για όλους τους συμμετέχοντες. Η παρατήρηση αυτή σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στην παρούσα έρευνα δεν υπήρχε επίδραση της μεταβλητής φύλου στα άτομα με τυπική όραση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η υπεροχή των γυναικών με πρόβλημα όρασης πρέπει να αποδοθεί σε άλλους παράγοντες πέραν του φύλου, όπως για παράδειγμα, το μεγαλύτερο κίνητρο επίτευξης. Από ότι παρατήρησε η ερευνήτρια, οι γυναίκες με πρόβλημα όρασης, πράγματι, εκδήλωσαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον και προσήλωση κατά τη διάρκεια του έργου από τους άνδρες με πρόβλημα όρασης ή τις γυναίκες με τυπική όραση.

Ο έλεγχος της επίδρασης άλλων μεταβλητών στην αναπαράσταση του χάρτη που τα άτομα άκουσαν να περιγράφεται λεκτικά δεν ανέδειξε κάποια στατιστικά σημαντική επίδραση, τουλάχιστον όσον αφορά στην ομάδα των ατόμων με τυπική όραση. Στα άτομα με πρόβλημα όρασης η μόνη συσχέτιση με στατιστική σημαντικότητα που βρέθηκε ήταν μεταξύ της ηλικίας και της σωστής αναπαράστασης των αποστάσεων. Όσον αφορά την επίδραση άλλων παραγόντων, όπως το μορφωτικό επίπεδο ή η ικανότητα αυτόνομης μετακίνησης και η συχνότητα αυτόνομης κίνησης στην ομάδα των ατόμων με πρόβλημα όρασης, δε βρέθηκε κάποια στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ αυτών και των επιδόσεων στην αναπαράσταση του χάρτη.

Οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να μην προέκυψε κάποια φανερή επίδραση των παραπάνω παραγόντων μπορεί να είναι οι περιορισμοί της παρούσας έρευνας. Συγκεκριμένα, το δείγμα της έρευνας ήταν μικρό (15 άτομα με πρόβλημα όρασης και 15 άτομα με τυπική όραση). Το γεγονός αυτό δεν επέτρεψε να γίνουν οι κατάλληλες αναλύσεις οι οποίες θα επέτρεπαν να φανούν οι καθοριστικής σημασίας μεταβλητές. Ένας ακόμη περιορισμός της παρούσας έρευνας είναι ότι δεν ελέγχθηκε αν τα άτομα αποφάσιζαν τυχαία να τοποθετήσουν τα μέτρα των αποστάσεων ή την κατεύθυνση των στροφών. Μελλοντικές έρευνες, οι οποίες θα βρουν μία μέθοδο να ελέγξουν αυτή την παράμετρο και να την εντάξουν στις αναλύσεις τους θα μπορούσαν να προσφέρουν μια λύση σε αυτό το μειονέκτημα.

Ακόμη, μελλοντικές έρευνες μπορούν να στρέψουν το ενδιαφέρον τους στις στρατηγικές κωδικοποίησης που υιοθετούν τα άτομα κατά την κατανόηση μιας χωρικής διαμόρφωσης μέσω μιας λεκτικής περιγραφής καθώς αυτές μπορεί να αποτελούν αιτία διαφοροποίησης στην απομνημόνευση των στοιχείων ενός χάρτη μιας περιοχής και συνεπακολούθως στην γνωστική αναπαράσταση της. Κάτι τέτοιο δε συνέβη στην παρούσα έρευνα καθώς ήταν εκτός των ερευνητικών στόχων που είχαν τεθεί, αν και στην πορεία φάνηκε ότι οι στρατηγικές αυτές μπορεί να παίζουν κάποιον διαφοροποιητικό ρόλο και αξίζει να διερευνηθούν.

Παρά τους περιορισμούς της παρούσας έρευνας, τα ευρήματα της μπορούν να ληφθούν υπόψη στα πλαίσια του σχεδιασμού ενός προγράμματος εκπαίδευσης κινητικότητας ή ενός βοηθήματος κινητικότητας καθώς παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες για το ποιες χωρικές πληροφορίες και ποιο είδος προοπτικής στις λεκτικές περιγραφές πρέπει να είναι διαθέσιμο στα άτομα με πρόβλημα όρασης.

Μετάβαση στο περιεχόμενο