ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ
Η γνώση του χώρου, δηλαδή, η συλλογή των νοητικών δομών και διαδικασιών που υποστηρίζουν την χωρική μας συμπεριφορά (Herskovits, 1997), συμπεριλαμβάνει ποικίλες και σύνθετες ικανότητες οι οποίες είναι οι εξής:
– Οπτικές ικανότητες. Η όραση είναι η κύρια πηγή χωρικών πληροφοριών.
– Άλλες αντιληπτικές ικανότητες. Τα ακουστικά, απτικά, κιναισθητικά και οσφρητικά συστήματα προσλαμβάνουν και αυτά χωρικές πληροφορίες.
– Κινητικές ικανότητες. Δραστηριότητες όπως, το περπάτημα, η προσέγγιση και η αλληλεπίδραση με και η χρήση αντικειμένων βασίζονται στον συγχρονισμό της αντιληπτικής και γενικής γνώσης ώστε να κατευθυνθεί η εκάστοτε κίνηση.
– Ικανότητες πλοήγησης (navigational abilities). Όταν μετακινούμαστε σε χώρους μεγάλων διαστάσεων χρησιμοποιούμε τους γνωστικούς χάρτες ως οδηγούς. Αυτές οι αναπαραστάσεις μπορεί να είναι λεπτομερείς, ασαφείς ή διαστρεβλωμένες. Κωδικοποιούν την τοποθεσία κάποιων ορόσημων αλλά και των διαδρομών που συνδέουν αυτά τα ορόσημα.
– Νοητικές εικόνες (mental imagery). Μπορούμε να φέρουμε στο μυαλό μας σκηνές από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, είτε αυτές είναι φανταστικές, είτε είναι ανακαλούμενες.
– Χωρικά νοητικά μοντέλα (spatial mental models). Καθώς προσπαθούμε να κατανοήσουμε λεκτικές χωρικές πληροφορίες, δημιουργούμε μοντέλα για τις καταστάσεις που περιγράφονται. Αυτά τα μοντέλα έχουν ίδιες ιδιότητες με τις νοητικές εικόνες αλλά είναι τρισδιάστατα.
– Χωρική μνήμη (spatial memory).
– Χωρικός συλλογισμός και λύση προβλημάτων (spatial reasoning and problem solving). Η λύση προβλημάτων όσον αφορά στους χωρικούς συλλογισμούς αναφέρεται στην ικανότητα δημιουργίας και χειρισμού διαφόρων νοητικών εικόνων και μοντέλων (Herskovits, 1997).
Η γνώση του χώρου ευρείας κλίμακας διακρίνεται σε γνώση διαδρομής και σε γνώση του πεδίου. Η γνώση διαδρομής είναι στενά συνδεδεμένη με την ακολουθία των δρόμων που χρησιμοποιούμε για να μετακινηθούμε στο άμεσο περιβάλλον μας από μια τοποθεσία σε μία άλλη, όπως από το σπίτι στη δουλειά, το σχολείο κτλ. Η γνώση αυτή τυπικά είναι αποτέλεσμα εμπειριών άμεσης πλοήγησης και κωδικοποιεί μια διαδοχική καταγραφή του χώρου μεταξύ σημείων εκκίνησης, επακόλουθων ορόσημων και προορισμών. Οι πληροφορίες που συμπεριλαμβάνει αφορούν εντυπώσεις για την απόσταση της διαδρομής, την γωνία των στροφών και χαρακτηριστικά του εδάφους κατά τη διαδρομή (Thorndyke & Hayes-Roth, 1982).
Η γνώση του πεδίου αναφέρεται στη γνώση των τοπογραφικών ιδιοτήτων ενός περιβάλλοντος. Αυτές οι ιδιότητες συμπεριλαμβάνουν την τοποθεσία των αντικειμένων στο περιβάλλον σε σχέση με ένα σταθερό σύστημα συντεταγμένων, τα καθολικά σχήματα των χαρακτηριστικών μιας μεγάλης περιοχής (π.χ. οι δρόμοι, τα πάρκα, οι λίμνες) και τις ευκλείδειες αποστάσεις, δηλαδή, τις αποστάσεις σε ευθεία γραμμή. Αυτή η γνώση αντικατοπτρίζεται στους χάρτες και με βάση αυτήν, οι άνθρωποι κάνουν κρίσεις για τον χώρο και τις σχέσεις των αντικειμένων στον χώρο αυτό. Η γνώση του χώρου αποκτιέται είτε μέσα από την εμπειρία είτε μέσα από τη μελέτη χαρτών. Η μετάβαση από τη γνώση των διαδρομών στη γνώση του πεδίου γίνεται ύστερα από εκτεταμένη εμπειρία με πολλές διαφορετικές διαδρομές και το συντονισμό τους ως προς ένα ορισμένο σημείο αναφοράς (Thorndyke & Hayes- Roth,1982).
1.1 Η συμβολή της όρασης στην γνωστική αναπαράσταση του χώρου
Για τον άνθρωπο πιστεύεται ότι αυτός βασίζεται κατά κύριο λόγο στις οπτικές πληροφορίες του για να κατανοήσει τη δομή του περιβάλλοντος. Η ικανότητα συγκράτησης πληροφοριών που προέρχονται από εικόνες είναι εντυπωσιακή (Συγκολλίτου, 1997). Έχει αναφερθεί ότι η όραση επιτρέπει μια «ταυτόχρονη», ολιστική αντίληψη του περιβάλλοντος. Τα πλεονεκτήματα της όρασης αφορούν το πλήθος των πληροφοριών που είναι διαθέσιμες αλλά και τις ακριβείς λεπτομέρειες για αυτές τις πληροφορίες. Για παράδειγμα, μέσω της όρασης μπορούμε να αντιληφθούμε το σχήμα αντικειμένων που είναι σε μακρινή απόσταση. Ακόμη, μπορούμε πιο εύκολα να εντοπίσουμε τις θέσεις των μακρινών αντικειμένων στο χώρο και να κάνουμε εκτιμήσεις για τις αποστάσεις και τις κατευθύνσεις. Ένα άλλο πλεονέκτημα είναι ότι η όραση μπορεί να υποβληθεί σε αλλαγές στην προσοχή. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί είτε να επικεντρωθεί κάπου είτε να απομονωθεί από κάπου εύκολα, ανάλογα με τα εξωτερικά ερεθίσματα του περιβάλλοντος (Thinus-Blanc & Gaunet, 1997).
Σύμφωνα με τον Warren (1974) υπάρχουν τρεις ευαίσθητοι αναπτυξιακοί περίοδοι κατά τις οποίες η όραση φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο. Ειδικότερα, κατά την πρώτη περίοδο, την οποία την τοποθετεί μεταξύ 70 και 150 ημερών ζωής, πραγματοποιείται ο συντονισμός του ματιού και του χεριού. Η δεύτερη περίοδος αναφέρεται στην εξέλιξη του μπουσουλήματος και του περπατήματος. Όπως και στην πρώτη περίοδο έτσι και εδώ η όραση επιτρέπει την ενσωμάτωση της κινητικής δραστηριότητας και των αντιληπτικών αποτελεσμάτων της. Τέλος, η τρίτη περίοδος αναφέρεται στην απόκτηση της γλώσσας. Σε αυτήν την στιγμή, η χρήση στρατηγικών που βασίζονται στην γλώσσα φαίνεται να είναι πιο αποτελεσματική από τις στρατηγικές που βασίζονται στην κίνηση για την κατανόηση χωρικών εννοιών (Warren, 1974, όπως αναφέρεται από τους Thinus-Blanc & Gaunet, 1997).
Τα πλεονεκτήματα της όρασης έχουν επίδραση στον τρόπο που επεξεργάζονται οι χωρικές πληροφορίες. Συγκεκριμένα, η όραση προσφέρει την δυνατότητα ενώ εμείς κινούμαστε και αλλάζει το οπτικό μας πεδίο, οι ιδιότητες του κόσμου που μας περιβάλλει να μην αλλάζουν. Με αυτόν τον τρόπο έχουμε ακριβείς πληροφορίες κατά την αλλαγή των θέσεων του παρατηρητή για τις γωνίες των αντικειμένων και τις αποστάσεις που χωρίζουν αυτές τις γωνίες. Η όραση σταθεροποιεί την διάταξη του περιβάλλοντος καθώς μετακινείται ο παρατηρητής και έτσι μπορεί να γίνει εύκολη και ακριβής διάκριση των μετατροπών που συμβαίνουν είτε εξαιτίας της κίνησης των αντικειμένων ή είτε εξαιτίας της κίνησης του ίδιου του παρατηρητή ή ακόμα και από το συνδυασμό των δύο παραπάνω κινήσεων (Thinus- Blanc & Gaunet, 1997).
Οι Siegel και White (1975) αναφέρουν ότι οι χωρικές αναπαραστάσεις των παιδιών για το περιβάλλον αναπτύσσονται σε διάφορα στάδια. Πρώτον, το παιδί μαθαίνει να δίνει προσοχή σε συγκεκριμένα ορόσημα του περιβάλλοντος σε οικεία μονοπάτια. Δεύτερον, με βάση αυτά τα ορόσημα το παιδί απομνημονεύει διαδρομές με την μορφή μιας νοητής λίστας των αποστάσεων και των κατευθύνσεων που πρέπει να ακολουθηθούν σύμφωνα με μια αλληλουχία κινητικών δράσεων. Σε αυτό το στάδιο το παιδί έχει αναπτύξει αρκετές διαφορετικές αναπαραστάσεις ή χάρτες οι οποίοι περιλαμβάνουν διαδρομές που έχει ακολουθήσει στο παρελθόν. Το παιδί μπορεί με ακρίβεια να συμπεράνει τις χωρικές σχέσεις μεταξύ κάποιων χώρων αλλά αυτοί οι χάρτες αφορούν οικεία περιβάλλοντα. Τέλος, το παιδί φτάνει στο επίπεδο όπου μπορεί να ενώσει αναπαραστάσεις διαφόρων χώρων μέσα σε μια ίδια ολική αναπαράσταση (Siegel & White, 1975, όπως αναφέρεται από τους Thinus-Blanc & Gaunet, 1997).
1.2 Γνωστική αναπαράσταση του χώρου στα άτομα με πρόβλημα όρασης
Ένα από τα θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με την αναπαράσταση του χώρου είναι το αν η αναπαράσταση αυτή βασίζεται απαραίτητα σε οπτικά σήματα. Η μελέτη των χωρικών ικανοτήτων των ατόμων με πρόβλημα όρασης μπορεί να προσφέρει απαντήσεις στο ερώτημα αυτό. Αν η οπτική πληροφορία είναι απαραίτητη για την γνωστική αναπαράσταση του χώρου αναμένεται η επίδοση των ατόμων με πρόβλημα όρασης να διαφέρει από αυτήν των ατόμων χωρίς πρόβλημα όρασης σε έργα που εξετάζουν τις χωρικές δεξιότητες.
Γενικά, υποστηρίζεται ότι η όραση υπερέχει των άλλων αισθήσεων στην κατανόηση του χώρου. Λυτό συμβαίνει γιατί η όραση προσφέρει ταυτόχρονη αντίληψη ενός μεγάλου χωρικού πεδίου. Καθώς η προσοχή μας μοιράζεται σε μια συγκεκριμένη σκηνή μέσω της περιφερικής μας όρασης αντιλαμβανόμαστε και άλλα αντικείμενα πέραν αυτού στο οποίο έχουμε δώσει την προσοχή μας. Η απτική εξερεύνηση μοιάζει με την απουσία περιφερικής όρασης με αποτέλεσμα να είναι απαραίτητη η απομνημόνευση των θέσεων των αντικειμένων που δεν είναι στο επίκεντρο της προσοχής αλλά και να μην υπάρχουν διαθέσιμες ενδείξεις οι οποίες μπορούν να καθοδηγήσουν την προσοχή σε μια δεδομένη κατεύθυνση. Ακόμη, η όραση είναι πιο ακριβής από την ακοή στον εντοπισμό (πληροφορίες για την απόσταση και την κατεύθυνση) και στην αναγνώριση των αντικειμένων (στοιχεία που ταυτοποιούν ένα αντικείμενο) (Ungar, 2000).
Αν και επικρατεί αυτή η αντίληψη για την υπεροχή της όρασης έναντι των άλλων αισθήσεων, τα άτομα με πρόβλημα όρασης μπορούν να κατακτήσουν χωρικές έννοιες και αναπαραστάσεις διαμέσου των ανέπαφων αισθήσεων τους. Για παράδειγμα, το απτικό και αισθησιο-κινητικό σύστημα μπορεί να προσφέρει χωρικά στοιχεία στα άτομα αυτά αλλά μόνο με άξονα το ίδιο το σώμα του ατόμου. Ακόμη, το ακουστικό σύστημα προσφέρει πρόσβαση σε μακρινά ερεθίσματα αλλά είναι λιγότερο χρήσιμο για τον ακριβή εντοπισμό (Ungar, Blades & Spencer, 1996).
Υπάρχει μια διαμάχη σχετικά με το επίπεδο που μπορεί να φτάσει η χωρική αναπαράσταση των ατόμων με πρόβλημα όρασης. Οι αμφισβητήσεις αυτές αναφέρονται στο ότι τα άτομα αυτά περιορίζονται σε μια αποσπασματική και μη ευέλικτη χωρική αναπαράσταση ενώ υπάρχουν και άλλοι που αποδίδουν τον περιορισμό αυτό σε έλλειψη εμπειρίας και υποστηρίζουν ότι με την παροχή επαρκούς και κατάλληλης εμπειρίας ακόμη και άτομα που είναι εκ γενετής τυφλά έχουν τη δυνατότητα να σχηματίσουν αναπαραστάσεις του περιβάλλοντος (Ungar, Blades & Spencer, 1996).
Πιο συγκεκριμένα, τα συμπεράσματα των ερευνητών σχετικά με την ικανότητα των ατόμων με πρόβλημα όρασης να κατανοήσουν τις χωρικές σχέσεις μπορούν να ενταχθούν σε τρεις κατηγορίες. Οι θεωρίες αυτές είναι οι εξής:
Πρώτον, είναι η θεωρία της ανεπάρκειας (deficience theory), η οποία προτείνει ότι τα άτομα που είναι εκ γενετής τυφλά αδυνατούν να αναπτύξουν μια γενική γνωστική κατανόηση του χώρου εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν είχαν ποτέ την εμπειρία των οπτικών διαδικασιών που είναι απαραίτητες για να κατανοήσει κανείς την σύνθετη χωρική οργάνωση (Golledge, 1993, όπως αναφέρεται από τους Kitchin & Jacobson, 1997).
Δεύτερον, είναι η θεωρία της μη αποτελεσματικότητας (inefficiency theory), η οποία προτείνει ότι τα άτομα με πρόβλημα όρασης μπορούν να κατανοήσουν και να χειριστούν νοητικά διάφορες γνωστικές έννοιες, αλλά επειδή η οι πληροφορίες βασίζονται σε ακουστικές ή απτικές ενδείξεις, αυτή η γνώση και η κατανόηση είναι κατώτερη από αυτήν που βασίζεται στην όραση (Spencer, Blades & Morsley, 1989, όπως αναφέρεται από τους Kitchin & Jacobson, 1997).
Τρίτον, είναι η θεωρία της διαφοράς (difference theory) η οποία προτείνει ότι τα άτομα με πρόβλημα όρασης κατέχουν τις ίδιες ικανότητες να επεξεργαστούν και να κατανοήσουν τις χωρικές έννοιες και ότι οι οποιεσδήποτε διαφορές παρατηρούνται, είτε αυτές είναι ποσοτικές, είτε ποιοτικές, εξηγούνται από την παρεμβολή άλλων παραγόντων, όπως είναι, η πρόσβαση στις πληροφορίες, η εμπειρία ή το στρες (Passini & Proulx, 1988, όπως αναφέρεται από τους Kitchin & Jacobson, 1997).
Για ένα τυφλό άτομο το περιβάλλον, όπως το αντιλαμβάνεται καθώς μετακινείται σε αυτόν τον χώρο, χωρίζεται σε δύο ειδών χώρου, καθένας από τους οποίους έχει διαφορετικές λειτουργικές ιδιότητες. Συγκεκριμένα, υπάρχει ο «εγγύς χώρος» (proximal space), ο οποίος σχετίζεται με την αντίληψη των εμποδίων. Τα στοιχεία αυτά αναφέρονται σε πληροφορίες για την επιφάνεια του εδάφους μεταξύ των οποίων είναι οι αλλαγές στη σύσταση του εδάφους, οι αποστάσεις των επιφανειών από το έδαφος, τα σκαλοπάτια, οι λακκούβες, οι φράχτες, οι τοίχοι και άλλοι τυχόν κίνδυνοι. Η διάσχιση του χώρου αυτού αντιμετωπίζεται με την χρήση βοηθημάτων αποφυγής των εμποδίων όπως το λευκό μπαστούνι ή ο σκύλος οδηγός. Υπάρχει επίσης ο «εκτεταμένος χώρος» (extended space), ο οποίος διαμορφώνεται από τα στοιχεία του χώρου που αντλούνται καθώς διασχίζεται ένα μονοπάτι και προέρχονται από όλες τις πλευρές του χώρου. Αυτά τα στοιχεία γίνονται αντιληπτά από την παρατήρηση του ακουστικού μοτίβου της κίνησης ή όπως αλλιώς ονομάζεται της «περιβαλλοντολογικής ροής» και της ηχούς που παράγεται από το μπαστούνι ή τα πόδια στο έδαφος και στους τοίχους. Οι ανοιχτές περιοχές, οι δρόμοι, οι τοίχοι κτιρίων και οι κυκλικές διασταυρώσεις δρόμων είναι μεταξύ των στοιχείων που αναγνωρίζονται (Foulke, 1996, όπως αναφέρεται από τους Gaunet & Briffault, 2005).
Κάποιες από τις έρευνες που μελετούν την χωρική γνώση ή τις χωρικές ικανότητες των ατόμων με πρόβλημα όρασης έχουν πραγματοποιηθεί σε οικεία περιβάλλοντα ενώ άλλες έχουν πραγματοποιηθεί σε καινούρια περιβάλλοντα τα οποία μπορεί να είναι κατασκευασμένα σε ένα εργαστηριακό περιβάλλον (Passini, Proulx & Rainville, 1990, Landau, Gleitman & Spelke, 1981, Landau, Spelke & Gleitman, 1984). Ακόμη, μπορεί οι έρευνες αυτές να αφορούν άγνωστα μέρη του πραγματικού κόσμου (Espinoza, Ungar, Ochaita, Blades & Spencer, 1998), φανταστικά (Noordzij, Zuidhoek, & Postma, 2006) ή εικονικά περιβάλλοντα (Lahav & Mioduser, 2008).
Ειδικότερα, οι Passini, Proulx και Rainville (1990) σχεδίασαν ένα πείραμα με σκοπό να εξετάσουν τις χωρικο-γνωστικές ικανότητες των ατόμων με πρόβλημα όρασης σε σχέση με την εύρεση διαδρομών (wayfinding). Το τεστ περιείχε οκτώ έργα τα οποία απαιτούσαν διαφορετικές χωρικο-γνωστικές λειτουργίες. Τα έργα αυτά εκτελέστηκαν στο εργαστήριο και περιείχαν μια χωρική διάταξη σε μορφή λαβυρίνθου, η οποία επέτρεπε τον καθορισμό επιπέδων δυσκολίας και απέτρεπε την παρεμβολή άλλων παραγόντων πέρα από τις χωρικο-γνωστικές λειτουργίες. Τα υποκείμενα που έλαβαν μέρος στην έρευνα ήταν άτομα εκ γενετής τυφλά, άτομα που τυφλώθηκαν αργότερα στη ζωή τους, άτομα με ελάχιστη υπολειπόμενη όραση, άτομα με τυπική όραση και άτομα με τυπική όραση που είχαν δεμένα τα μάτια τους.
Τα αποτελέσματα της έρευνας τους οδηγούν στην απόρριψη της θεωρίας του ελλείμματος καθώς η επίδοση των ατόμων που ήταν εκ γενετής τυφλά έδειξε ότι μπορεί να υπάρξουν χωρικο-γνωστικές ικανότητες ελλείψει προηγούμενης οπτικής εμπειρίας ή όρασης. Συγκεκριμένα, τα εκ γενετής τυφλά άτομα είχαν καλύτερη επίδοση από τα άτομα που τυφλώθηκαν αργότερα στη ζωή τους ή τα άτομα με τυπική όραση που είχαν δεμένα τα μάτια τους αλλά δεν τα πήγαν το ίδιο καλά με τα άτομα με τυπική όραση ή με τα άτομα με ελάχιστη υπολειπόμενη όραση. Ακόμη, φάνηκε ότι γενικά τα άτομα με πρόβλημα όρασης έκαναν περισσότερο χρόνο να ολοκληρώσουν τα έργα από τα άτομα με τυπική όραση (Passini, Proulx & Rainville, 1990).
Σε μια σειρά πειραμάτων των Landau, Gleitman και Spelke (1981) φάνηκε ότι ένα παιδί δυόμιση ετών, εκ γενετής τυφλό, μπορούσε, όπως και οι συνομήλικοι του οι οποίοι είχαν δεμένα τα μάτια, να αποφασίσει ποιο μονοπάτι ήταν κατάλληλο να ακολουθήσει για να περάσει μεταξύ δύο αντικειμένων αφού πήγαινε στο καθένα από αυτά τα δύο αντικείμενα ξεκινώντας από ένα τρίτο αντικείμενο. Αυτό το έργο απαιτούσε από το παιδί να ανιχνεύσει τις αποστάσεις και τις γωνιακές σχέσεις των οικείων μονοπατιών και να εξαγάγει από αυτές την γωνία του καινούριου μονοπατιού. Οι ερευνητές συμπέραναν ότι η μετακίνηση του τυφλού παιδιού καθοδηγείτο από τη γνώση των ευκλείδειων ιδιοτήτων μιας χωρικής διάταξης αλλά και από τις αρχές με τις οποίες βγαίνουν συμπεράσματα με βάση αυτές τις ιδιότητες (Landau, Gleitman, & Spelke, 1981).
Ακόμη, διεξάγοντας πειράματα, στα οποία το ίδιο τυφλό άτομο έπρεπε να μετακινηθεί μεταξύ συγκεκριμένων μονοπατιών σε μια νέα διάταξη των αντικειμένων, φάνηκε ότι μπορούσε να βγάλει συμπεράσματα και να βρει καινούριες διαδρομές μεταξύ των αντικειμένων ακόμα και όταν δεν υπήρχαν τοποθετημένα στο χώρο τα αντικείμενα. Οι ερευνητές απέδωσαν τις οποιεσδήποτε αποκλίσεις παρατηρήθηκαν από την ευθεία πορεία στον χαμηλό κινητικό έλεγχο του παιδιού, καθώς παρατηρήθηκαν οι ίδιες αποκλίσεις και όταν δεν απαιτείτο από το παιδί να βγάλει συμπεράσματα αλλά η μετακίνηση του καθοδηγείτο από μια πηγή ήχου. Οι ερευνητές, πάλι, συμπέραναν ότι το νεαρό παιδί έχει ένα ανεπτυγμένο σύστημα χωρικής γνώσης, το οποίο συμπεριλαμβάνει αφηρημένους κανόνες και αρχές οι οποίες ενσωματώνουν μετρικές γεωμετρικές πληροφορίες οι οποίες είναι χρήσιμες στην πλοήγηση του στο χώρο (Landau, Spelke, & Gleitman, 1984).
Υπάρχουν και άλλες ενδείξεις ότι όταν υπάρχει απουσία της όρασης η απόκτηση της χωρικής γνώσης δεν είναι απούσα. Πράγματι, παρόλο που τα άτομα με τύφλωση πρέπει να βασίζονται αποκλειστικά σε ακουστικά και απτικά στοιχεία για να ενεργοποιήσουν χωρικές έννοιες, φαίνεται ότι μπορούν να τα πάνε το ίδιο καλά με τους βλέποντες συνομηλίκους τους όταν έχουν δεμένα τα μάτια σε αρκετά χωρικά έργα. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε αντισταθμιστικούς μηχανισμούς οι οποίοι παρεμβαίνουν στην περίπτωση που υπάρχει εκ γενετής τύφλωση (Cattaneo, Vecchi, Cornoldi, Mammarella, Bonino, Ricciardi, & Pietrini, 2008).
Ωστόσο, ο βαθμός της φλοιικής αντιστάθμισης μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το βαθμό και τη διάρκεια της τύφλωσης. Σύμφωνα με τους Monegato, Cattaneo, Pece και Vecchi (2007) η απουσία οπτικής εμπειρίας από την γέννηση ενός ατόμου σε αντίθεση με την απουσία της όρασης μετά από αρκετά χρόνια από την γέννηση του έχει διαφορετική επίδραση στις οπτικο-χωρικές διεργασίες. Συγκεκριμένα, αναφέρουν ότι σε έργο που απαιτούσε την απομνημόνευση τοποθεσιών τα άτομα με εκ γενετής πρόβλημα όρασης φάνηκαν να έχουν καλύτερη απόδοση από αυτά που απέκτησαν το πρόβλημα όρασης αργότερα στην ζωή τους. Η διαφορά στην επίδοση τους ήταν ποσοτική και οι ερευνητές την απέδωσαν σε καλύτερα ανεπτυγμένους αντισταθμιστικούς μηχανισμούς.
Κάποιες πρόσφατες έρευνες οι οποίες εξετάζουν τις ικανότητες πλοήγησης σε άτομα εκ γενετής τυφλά αναδεικνύουν ότι η έλλειψη της όρασης προκαλεί τη δημιουργία μιας αναπαράστασης του περιβάλλοντος με βάση την προοπτική της διαδρομής παρά με βάση την τοπογραφική προοπτική. Συγκεκριμένα, οι Noordzij, Zuidhoek και Postma (2006) εξετάζοντας την ικανότητα κατασκευής ενός χωρικού νοητικού μοντέλου σε άτομα με τύφλωση με βάση περιγραφές είτε τοπογραφικής είτε προοπτικής της διαδρομής, βρήκαν ότι τα άτομα με τύφλωση είχαν καλύτερη επίδοση όταν άκουγαν μια περιγραφή η οποία βασιζόταν στην προοπτική της διαδρομής ενώ το αντίθετο παρατηρήθηκε στους βλέποντες.
Ωστόσο, τα άτομα με τύφλωση μπορεί να είναι ικανά να δημιουργήσουν αναπαραστάσεις με βάση την τοπογραφική προοπτική όταν έχουν να αναπαραστήσουν ένα περιβάλλον με βάση έναν απτικό χάρτη. Συγκεκριμένα οι Espinoza, Ungar, Ochaita, Blades και Spencer (1998), στην έρευνα τους, διεξήγαγαν πειράματα στα οποία συνέκριναν την αποτελεσματικότητα διαφορετικών μεθόδων απόκτησης γνώσης των ατόμων με τύφλωση και προβλήματα όρασης για μια χωρική διάταξη ενός άγνωστου αστικού περιβάλλοντος. Η εκμάθηση περιλάμβανε είτε την άμεση εμπειρία μιας διαδρομής είτε το συνδυασμό της άμεσης εμπειρίας και του απτικού χάρτη ή το συνδυασμό της άμεσης εμπειρίας και της λεκτικής περιγραφής της περιοχής. Τα αποτελέσματα τους έδειξαν την υπεροχή του απτικού χάρτη είτε στην αναπαράσταση της χωρικής γνώσης και στον προσανατολισμό σε αυτό το περιβάλλον.
Μια άλλη έρευνα που υποστηρίζει ότι τα άτομα με τύφλωση μπορούν να χρησιμοποιήσουν γνώση με την τοπογραφική προοπτική είναι των Tinti, Adenzato, Tamietto και Cornoldi (2006). Η έρευνα τους έδειξε ότι τα άτομα με τύφλωση, είτε εκ γενετής τυφλά είτε που τυφλώθηκαν αργότερα στη ζωή τους, ήταν πιο αποτελεσματικά από τους βλέποντες με δεμένα μάτια σε μια σειρά έργων που βασίζονταν στην τοπογραφική προοπτική.
Ο Casey (1978), μελέτησε την γνωστική χαρτογράφηση ενός οικείου περιβάλλοντος ζητώντας από παιδιά με τυπική ή χωρίς όραση να παράγουν ένα σχέδιο του σχολικού κτιρίου και βρήκε ότι γενικά τα τυφλά παιδιά ήταν λιγότερο ακριβή από τα παιδιά με τυπική όραση. Ωστόσο, υπήρχαν κάποια τυφλά παιδιά τα οποία ήταν αρκετά ακριβή στην αναπαραγωγή του σχεδίου. Ακόμη, παρατήρησε ότι η επίδοση των τυφλών παιδιών συσχετιζόταν με το επίπεδο της αυτόνομης μετακίνησης τους χωρίς ωστόσο να εξετάσει την κατεύθυνση της συσχέτισης (Casey, 1978, όπως αναφέρεται από τον Ungar, 2000).
Ακόμη, οι Byrne και Salter (1983) διεξήγαγαν μια έρευνα η οποία σύγκρινε την ικανότητα εκτίμησης των αποστάσεων και της κατεύθυνσης από μια οικεία τοποθεσία σε μια άλλη αστική γειτονιά σε άτομα με ή χωρίς πρόβλημα όρασης. Τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής έδειξαν ότι τα άτομα με πρόβλημα όρασης τα πήγαν εξίσου καλά με τα άτομα με τυπική όραση στην εκτίμηση των αποστάσεων αλλά είχαν χαμηλότερη επίδοση στον υπολογισμό των κατευθύνσεων όταν η κατεύθυνση υπολογιζόταν από μια τοποθεσία διαφορετική από το σπίτι τους.
Σύμφωνα με τους Ungar, Simpson και Blades (2004) η διαφοροποημένη επίδοση σε διάφορα χωρικά έργα μπορεί να οφείλεται στις στρατηγικές που εφαρμόζονται από τα υποκείμενα για να κωδικοποιήσουν τις χωρικές σχέσεις αλλά και για να δομήσουν την εξέταση των υλικών του έργου. Ο όρος στρατηγικές έχει διττή σημασία. Πρώτον, μπορεί να αναφέρεται σε στρατηγικές κωδικοποίησης και αφορά στον τρόπο που η χωρική πληροφορία αποθηκεύεται στην μνήμη και συγκεκριμένα το είδος των στοιχείων που χρησιμοποιούνται. Για παράδειγμα, εάν οι τοποθεσίες κωδικοποιούνται σε σχέση με το σώμα του παρατηρητή, σε σχέση με την τοποθεσία ενός άλλου μοναδικού στοιχείου ή σε σχέση με ένα εξωτερικό πλαίσιο αναφοράς. Δεύτερον, μπορεί να αναφέρεται στην ακολουθία των συμπεριφορών τις οποίες ένα άτομο υιοθετεί όταν εξερευνά μια χωρική διάταξη ενός περιβάλλοντος καθώς επίσης και τις αποφάσεις και τις μεταγνωστικές δραστηριότητες που αποτελούν τη βάση αυτών των συμπεριφορών.
Αν και μπορεί να φαίνεται ότι διαχωρίζονται, οι στρατηγικές αυτές σχετίζονται άμεσα. Αυτό συμβαίνει γιατί συγκεκριμένες μορφές κωδικοποίησης απαιτούν την εξέταση συγκεκριμένων ειδών πληροφοριών αλλά και συγκεκριμένες συμπεριφορές εξερεύνησης μπορεί να παρακινούν την χρήση συγκεκριμένων μορφών κωδικοποίησης (Ungar, Simpson & Blades, 2004).
Ακολουθώντας την παραπάνω λογική, οι Thinus-Blanc και Gaunet (1997) αναφέρουν ότι για να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για τις διαφορές που παρατηρούνται στις επιδόσεις σε χωρικά έργα μεταξύ των ατόμων με ή χωρίς πρόβλημα όρασης αλλά και μεταξύ ατόμων που είναι εκ γενετής τυφλά ή ατόμων που έχασαν αργότερα την όραση τους, πρέπει να λάβουμε υπόψη τις στρατηγικές που χρησιμοποιούν για την επίλυση αυτών των έργων. Είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι υπάρχουν περισσότεροι από ένας τρόπος για να βρεθεί η λύση ενός προβλήματος. Ακόμη, οποιαδήποτε εναλλακτική στρατηγική μπορεί να οδηγήσει σε ένα δεδομένο επίπεδο απόδοσης. Εξάλλου, μια κοινή μέθοδος επεξεργασίας χωρικών πληροφοριών μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικά επίπεδα απόδοσης. Έτσι, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν χρησιμοποιείται ο ίδιος τρόπος επεξεργασίας πληροφοριών από τα άτομα που ανήκουν στις παραπάνω κατηγορίες και αν οι διαφορές τους οφείλονται στις στρατηγικές που υιοθετούν. Ένας τρόπος που προτείνουν για να λυθεί αυτή η αμφιβολία είναι να μετρούνται οι αυθόρμητες συμπεριφορές, όπως οι δισταγμοί και τα διάφορα σχόλια που γίνονται κατά την εκτέλεση του έργου ή ακόμα και να ερωτώνται άμεσα τα υποκείμενα στο τέλος του πειράματος τι είχαν στο μυαλό τους, πως τα κατάφεραν και σε τι πληροφορίες βασίστηκαν για να βγάλουν εις πέρας το έργο.
Ένας άλλος παράγοντας που φαίνεται να εξηγεί τις διαφορές που παρατηρούνται στις επιδόσεις σε χωρικά έργα στα άτομα με τύφλωση είναι η οπτική εμπειρία στα πρώτα χρόνια ζωής. Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές η οπτική εμπειρία στα πρώτα χρόνια ζωής έχει διευκολυντική επίδραση στη γένεση και στη χρήση της χωρικής νοητικής απεικόνισης (spatial mental imagery) (Cornoldi, Cortesi & Preti, 1991, Cornoldi & Vecchi, 2000, όπως αναφέρεται από τους Dulin & Hatwell, 2006). Ακόμη, η Kerr (1983) έδειξε ότι υπάρχει δυνατή συσχέτιση μεταξύ της διάρκειας της νοητικής εξερεύνησης των αποστάσεων και της απόστασης που έπρεπε να καλυφτεί για τους βλέποντες αλλά και για τα τυφλά άτομα και ότι αυτή η διάρκεια ήταν μεγαλύτερη για τα εκ γενετής τυφλά άτομα από ότι αυτή των ατόμων που έχασαν αργότερα την όραση τους. Από την έρευνα της φάνηκε ότι τα άτομα με τύφλωση μπορούν να δημιουργήσουν και να χειριστούν τις χωρικές αναπαραστάσεις όπως και οι βλέποντες αλλά η οπτική εμπειρία επιτρέπει πιο γρήγορη γένεση και διαχείριση των εικόνων (Kerr, 1983, όπως αναφέρεται από τους Dulin & Hatwell, 2006).
Άλλη μια έρευνα που στηρίζει την άποψη ότι η προηγούμενη οπτική εμπειρία επηρεάζει τις επιδόσεις των ατόμων με πρόβλημα όρασης σε χωρικά έργα είναι των Lee & Kingdom (1996). Οι ερευνητές θέλοντας να εξετάσουν την αντίληψη της συμμετρίας σε νοητικές απεικονίσεις που δημιουργούνται από ακουστικά ερεθίσματα βρήκαν ότι οι τυφλοί συμμετέχοντες είχαν γνώση της συμμετρίας μέσω της νοητικής απεικόνισης αλλά και ότι η προηγούμενη οπτική εμπειρία φαίνεται να επηρέασε την επίδοση στο συγκεκριμένο έργο καθώς τα άτομα που έχασαν την όραση τους αργότερα στη ζωή τους τα πήγαν καλύτερα από τα εκ γενετής τυφλά άτομα και τα μοτίβα της επίδοσης τους ήταν όμοια με τα αποτελέσματα των βλεπόντων.
