ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΥΦΛΩΝ

Ο εκπαιδευτικός χαρακτήρας του Μουσείου

Απρ 7, 2015 | ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, Ψυχαγωγία - Ενημέρωση

Βαρβάρα Παναγιωτοπούλου*

Στη βάση της επικοινωνιακής πολιτικής κάθε σύγχρονου μουσείου βρίσκεται και η αναθεώρηση του εκπαιδευτικού του χαρακτήρα. Ο θεσμός του μουσείου καλείται να παίξει ενεργό ρόλο στην αγωγή του πληθυσμού προωθώντας και εφαρμόζοντας την ιδέα της διά βίου μάθησης, παρέχοντας στους πολίτες ίσες ευκαιρίες στη γνώση και στην πρόσβαση σε αυτά χωρίς κοινωνικοοικονομικούς ταξικούς φραγμούς και ελιτίστικη διάθεση.

Οι εκπαιδευτικές δράσεις ενός μουσείου περιλαμβάνουν δραστηριότητες που πραγματοποιούνται εντός και εκτός του φυσικού του χώρου. Το μουσείο, ανοιχτό στο σύνολο της κοινωνίας, την καλεί να συμμετάσχει ενεργά σε αυτό μέσα από διαλέξεις-συζητήσεις,δημιουργικά εργαστήρια, σεμινάρια παντός ενδιαφέροντος και εκπαιδευτικά προγράμματα για διαφορετικές κατηγορίες κοινού όπως παιδιά, σχολικές ομάδες όλων των βαθμίδων, νέοι, ενήλικες ανεξαρτήτου εθνικότητας ή άλλης διάκρισης, οικογένειες, αλλά και για τρίτη ηλικία.

Το μουσείο αποτελεί ένα δυναμικό φορέα μάθησης, ο οποίος με τα αντικείμενά του υπερτερεί σε εποπτικότητα και σε δυνατότητες κατανόησης και εμπέδωσης των σχολικών γνώσεων, προσφέρει γνώσεις ως ενιαίο σύνολο, συμβάλλει στην οικοδόμηση της κριτικής γνώσης, της αισθητικής αγωγής, της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης, της ανάπτυξης συναισθηματικών και ψυχοκοινωνικών διδακτικών σκοπών, καταφέρνοντας έτσι τη δυναμική εξέλιξη του ίδιου του σχολικού θεσμού, γεγονός που εγγυάται και το ευοίωνο μέλλον του. Τα εκπαιδευτικά προγράμματα ως υλοποιητές του παραπάνω οράματος, σήμερα θεωρούνται ως ο σύγχρονος τρόπος προσέγγισης και ερμηνείας του φυσικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος. Αποτελούν το κύριο μέσο για την επίτευξη της βιωματικής προσέγγισης στα μουσεία και μια οργανωμένη διαδικασία που νοηματοδοτεί τα μουσειακά αντικείμενα, στηρίζεται σε ενεργητικές μεθόδους μάθησης και επιδιώκει την εξοικείωση με το μουσειακό χώρο και την ανάδειξη της επίσκεψης σε ψυχαγωγική και διδακτική εμπειρία. Η νοηματοδότηση των αντικειμένων και κατ΄ επέκταση της γνώσης ξεκινάει από τα διαφορετικά μορφώματα, τις γνώσεις και τις ερμηνείες του κάθε μαθητή δημιουργώντας ένα ανοικτό πεδίο αποδοχής της διαφορετικότητας και της ετερότητας που μπορεί να υπάρχει μέσα σε μία ομάδα. Άλλωστε οι ερμηνευτές-εμψυχωτές (interpreters) πιστεύουν ότι η γνώση δεν παρέχεται, αλλά δομείται από τα σκεπτόμενα υποκείμενα με βάση ερωτήματα που θέτουν και τη διαδικασία που ακολουθούν για να τα απαντήσουν.

Στην άτυπη εκπαίδευση που διεξάγεται στο μουσείο, χωρίς να υπάρχει η δεσμευτική καθορισμένη διδακτέα ύλη της τυπικής εκπαίδευσης, οι ερμηνευτές των προγραμμάτων εστιάζουν κυρίως στο πώς μαθαίνω κάτι, πώς αναπτύσσω ολόπλευρα τον εαυτό μου, πώς σκέφτομαι και αποφασίσω για κάτι, πώς εκφράζομαι. Καλλιεργείται με άλλα λόγια κυρίως η συγκινησιακή διάσταση της εκπαίδευσης και οι αρετές της αυτοεκτίμησης και της αυτοπραγμάτωσης. Το μουσείο, λοιπόν συνεπικουρεί το αναλυτικό πρόγραμμα του σχολείου και συμβάλλει στην κατάκτηση της γνώσης βιωματικά σε σύγκριση με την τυπική εκπαίδευση, το σχολείο, και τη στείρα απομνημόνευση γνώσεων μέσα από τα διδακτικά εγχειρίδια.

Στις μέρες μας, τα μουσεία αντιμετωπίζοντας την πρόκληση της εποχής να γίνουν ζωντανά κύτταρα στην υπηρεσία της κοινωνίας και της εξέλιξης, κάνουν άνοιγμα προς τα έξω με στόχο να γίνουν προσβάσιμα και στα ΑμεΑ, ακόμη και σε ομάδες που παραδοσιακά δεν θεωρούνται τακτικοί επισκέπτες μουσείων όπως οι νέοι αλλά και κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες όπως οι μετανάστες, οι ΡΟΜΑ. Τα μουσεία οφείλουν να υπηρετούν το σύνολο του πληθυσμού μιας κοινωνίας, προσφέροντας σε όλα τα μέλη της, χωρίς διακρίσεις, το δικαίωμα για πρόσβαση στα πολιτιστικά αγαθά. Η γνώση και η κατανόηση των ιδιαίτερων αναγκών αυτών των ομάδων, οδηγεί σε συγκεκριμένους τρόπους προσέγγισης και κοινωνικής τους ένταξης, συγκεκριμένες δραστηριότητες και εκδηλώσεις αποσκοπώντας στην ενεργό εμπλοκή όλων στη μορφωτική διαδικασία που αναδεικνύει το μουσείο.

Το μουσείο επιπλέον ενσαρκώνει ένα κύκλο εννοιών και ιδεών που συνενώνουν τα αντικείμενα με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον των ανθρώπινων κοινωνιών, με την ευρύτερη πολιτισμική τους ιστορία. Αποσκοπώντας στον εκδημοκρατισμό και στην απλούστευση της γνώσης και της σκέψης προωθείται πλέον ως ένας χώρος έκφρασης και διαφορετικής ερμηνείας των ιστοριών και των αντικειμένων για τον κάθε επισκέπτη ,ανάλογα με τις γνώσεις του, τα ενδιαφέροντά του ή αλλιώς με το πολιτιστικό και κοινωνικό κεφάλαιο που ο καθένας ‘΄κουβαλά΄΄ μαζί του στο μουσείο σύμφωνα με τον Bourdieu. Αποφεύγεται πλέον η διδακτική προβολή της πάγιας θέσης του επιμελητή της έκθεσης ως μία και αντικειμενική αλήθεια και προωθείται τα τελευταία χρόνια σταδιακά μέσα από τις εκθέσεις η ιδέα της συγκρότησης προσωπικών ερμηνειών και νοημάτων για κάθε επισκέπτη διαμορφώνοντας τη δική του ξεχωριστή μουσειακή εμπειρία.

Το μουσείο λοιπόν σήμερα δεν μπορεί να νοείται απλώς ως θεματοφύλακας θησαυρών και σπάνιων συλλογών αλλά ως ένας σύγχρονος θεσμός με επιστημονικό, εκπαιδευτικό, πολιτιστικό, κοινωνικό και αναπτυξιακό ρόλο ,προσανατολισμένο στις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα του κοινού.Γι αυτό το λόγο ας διατηρήσουμε ως όραμα μια νέα πολιτιστική πολιτική με προοπτικές για την κοινωνία στην οποία ο πολιτισμός θα αντιμετωπίζεται ως δημόσιο αγαθό με κοινωνικό πρόσημο και ως ένας κοινωνικός φορέας παραγωγής μηνυμάτων σε ένα περιβάλλον εκδημοκρατισμού «απαντώντας» στα καίρια ζητήματα που αναδύονται και συνδέοντάς τα με την ιστορική μνήμη.

* Η Βαρβάρα Παναγιωτοπούλου είναι Δασκάλα, μεταπτυχιακή φοιτήτρια ΠΜΣ – Μουσειακές Σπουδές.

Πηγή: Εφημερίδα «Η Αυγή»

Μετάβαση στο περιεχόμενο