Η εκπαιδευτική διαδικασία και η επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα (2ο μέρος)

Αυγ 14, 2014 | Από την ιστορία της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

1.3 Οι κοινωνικές προκαταλήψεις και η επίδραση στην ψυχολογία των τυφλών

Ο ορισμός που δίνεται στην έννοια της αναπηρίας, σύμφωνα με τις καταχωρήσεις διαφόρων συγγραφέων στα λεξικά όλων των γλωσσών του κόσμου, είναι, θα υποστηρίζαμε, επιπόλαιος και επιδερμικός. Κι αυτό γιατί απλώς επισημαίνει την έλλειψη κάποιου οργάνου ή μιας αισθήσεως. Παλαιότερα μάλιστα, θεωρούσαν αναπηρία την έλλειψη εκείνη που ήταν αμέσως αντιληπτή και εμφανής. Επομένως, και ο βαθμός της αναπηρίας εξαρτιόνταν από αυτήν την αμεσότητα, κατά πόσο δηλαδή γινόταν εύκολα ή δύσκολα ορατή στο περιβάλλον. Εκείνος, λοιπόν, από τον οποίο έλειπε ένα χέρι ή ένα πόδι ή ένα μάτι ήταν περισσότερο ανάπηρος από όλους τους άλλους. Η αναπηρία του ήταν δηλαδή βαρύτερη από αυτή του κωφού. Εάν μάλιστα η έλλειψη ή η βλάβη ήταν τέτοια, ώστε να μην είναι αμέσως εμφανής, όπως για παράδειγμα ένας καρδιοπαθής, ένας νεφροπαθής ή ένας αιμορροφιλικός, τότε δεν αντιμετώπιζε κοινωνικά κανένα πρόβλημα και γινόταν πλήρως αποδεκτός στο περιβάλλον του. Η προσπάθεια να προσδιοριστεί σε κάθε εποχή τι είναι και τι δεν είναι αναπηρία, με την υιοθέτηση διαφόρων όρων, δημιούργησε μια πληθώρα ορολογιών: ανάπηροι, άτομα για ειδικά και κανονικά σχολεία, φυσιολογικοί και μη φυσιολογικοί, ευπαθείς και μη ευπαθείς ομάδες, περιθωριακά και μη περιθωριακά άτομα κ.λπ.

Για το φαινόμενο της αναπηρίας υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί ορισμοί που πηγάζουν από διαφορετικές ιδεολογικο-πολιτικές αντιλήψεις αλλά και από διαφορετικές προοπτικές θεώρησης του προβλήματος. Ωστόσο, οι πιο πολλοί ειδικοί συμφωνούν ότι:

• Η αναπηρία υπάρχει εκ γενετής ή εμφανίζεται αργότερα.

• Η αναπηρία είναι μια λειτουργική βλάβη και ότι η ζωή του αναπήρου δυσχεραίνεται ουσιαστικά λόγω της αναπηρίας του.

• Η αναπηρία αυτή είναι συνέπεια παραμορφώσεων, βλάβης ή διαφόρων τραυματικών επιδράσεων στην ανάπτυξη ή τις λειτουργίες των συστημάτων στάσης ή κίνησης.

• Ο κοινωνικός περίγυρος αντιδρά αρνητικά στην εμφάνιση του αναπήρου.

Ως προκατάληψη μπορούμε να ορίσουμε μια απεχθή ή εχθρική συμπεριφορά εναντίον ενός ατόμου ή μιας ομάδας που δεν ανήκει στο σύνολο και, κατά συνέπεια, είναι δεδομένο ότι έχει τα «απαράδεκτα χαρακτηριστικά» που έχουν αποδοθεί στο σύνολο. Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι και οι κοινωνιολόγοι χρησιμοποιούν αυτό τον όρο, όταν συνήθως αναφέρονται στην αρνητική και εχθρική συμπεριφορά μιας ομάδας εναντίον μιας άλλης (θρησκευτική προκατάληψη, ιδεολογία, ρατσισμός κ.ά.). Το άτομο αποδέχεται την προκατάληψη, τη διατηρεί, τη διαδίδει και την υποστηρίζει με λογική αιτία, δηλαδή επικαλούμενο την προσωπική του εμπειρία, τις υποτιθέμενες ιστορικές πραγματικότητες και στάσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το άτομο ή η ομάδα που κατηγορείται υποτάσσεται στην επιθετικότητα του συνόλου, της κοινωνίας, με αποτέλεσμα κάθε ηθική διδασκαλία, ίσως και κάθε ατομική προσπάθεια υπέρ αυτής, να μην τελεσφορεί εξαιτίας της λειτουργικής προσαρμογής της κοινωνίας που επικρατεί σ΄ αυτήν την προκατάληψη.

Αρκετοί μελετητές υποστηρίζουν ότι μια σωματική αναπηρία είναι συνήθως ιδιαίτερα ντροπιαστική γι’ αυτόν που την έχει και, όπως και στις άλλες μορφές στίγματος, όχι μόνο το στιγματισμένο άτομο θα ντροπιαστεί στα μάτια των άλλων, αλλά και τα άλλα άτομα που θα συναναστραφούν στενά μαζί του. Έτσι, το σωματικά αρτιμελές άτομο μπορεί ν΄ αποφεύγει οποιαδήποτε μακροχρόνια σχέση με τους σωματικά αναπήρους. Αυτοί οι παράγοντες, στο σύνολό τους, προτείνουν ότι το σωματικά στιγματισμένο άτομο θα διαμορφώσει τη συμπεριφορά του από τις κοινωνικές περιβαλλοντικές συμπεριφορές, οι οποίες είναι συνεχώς στερεότυπες, με ψυχολογικές αναστολές και υπερβολικά ελεγχόμενες. Μια προκατάληψη απέναντι σε τέτοιες συμπεριφορές, εάν επικρατήσει παντού, θα γίνει ασυμβίβαστη με την ανάπτυξη, από πλευράς του στιγματισμένου ατόμου, της ευαισθησίας απέναντι στους άλλους και της ικανότητας στις ανθρώπινες σχέσεις. Όλοι οι ανάπηροι πρέπει να γνωρίζουμε ότι βιώνουν την αναπηρία ως κοινωνικό περιορισμό, είτε αυτός ο περιορισμός εμφανίζεται ως συνέπεια μη προσβάσιμου περιβάλλοντος, είτε εξαιτίας αμφισβητήσιμων εννοιών για τη νοημοσύνη και τις κοινωνικέ δεξιότητες ή της έλλειψης αναγνωσμάτων σε γραφή Braille. Σύμφωνα με το Goffman το στίγμα αρχικά αποδιδόταν μέσα από την παρέκκλιση και την ετικετοποίηση συγκεκριμένων ατόμων που παραβίαζαν τους κανόνες, τις αξίες και τα πρότυπα μιας κοινωνίας, αποτελεί δηλαδή κοινωνική κατασκευή.

Στο σύγχρονο κόσμο το στίγμα προέκυψε μέσα από τη διαδικασία της κοινωνικής αλληλεπίδρασης, όπου τα άτομα με κάποια ιδιότητα ή κάποια γνωρίσματα απαξιωτικά απομονώθηκαν ή τέθηκαν στο περιθώριο. Οι στιγματοποιημένες ταυτότητες σχηματίζονταν μέσα από διαπροσωπικές αλληλεπιδράσεις παρά από ψυχολογικές αντιδράσεις στα γεγονότα.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO 1980), ο όρος αναπηρία είναι μία από τις πιθανές συνέπειες μιας βλάβης και ορίζεται ως έλλειψη της ικανότητας ενός ατόμου να λειτουργεί εντός του πλαισίου που θεωρείται φυσιολογικό για τα περισσότερα ανθρώπινα όντα. Ως έννοια περιγράφεται με βάση το βαθμό στον οποίο κάποιος μπορεί να λειτουργεί με ή χωρίς υποστήριξη ή βοήθεια και με βάση τις εξελικτικές του δεξιότητες ανάλογα με την ηλικία του. Στο Νόμο «περί Διακρίσεως της Αναπηρίας» περιγράφεται ως «μια σωματική ή νοητική βλάβη, η οποία έχει ουσιαστική και αρνητική μακροχρόνια επίδραση στην ικανότητα κάποιου ατόμου να φέρει εις πέρας τις φυσιολογικές καθημερινές δραστηριότητες».

Στην περίπτωση της τύφλωσης το πρόβλημα δεν είναι μόνο η απώλεια όρασης και οι περιορισμοί ή τα εμπόδια που επιβάλλονται στο άτομο. Το πρόβλημα είναι ακόμη πιο σύνθετο και σχετίζεται με δύο αλληλένδετες διαστάσεις της αναπηρίας, την ατομική και την κοινωνική. Σύμφωνα με τη διακήρυξη για τις Θεμελιώδεις Αρχές της Αναπηρίας, η οποία αποτέλεσε την επίσημη θέση της Διεθνούς Οργάνωσης Αναπήρων Ατόμων, η ατομική διάσταση σχετίζεται με τους περιορισμούς και τα προβλήματα που επιβάλλει η μερική ή η ολική έλλειψη κάποιου μέλους, οργάνου ή μηχανισμού του σώματος. Η κοινωνική διάσταση με τη σειρά της με τους περιορισμούς και τα εμπόδια που επιβάλλονται στα ανάπηρα άτομα από τη σύγχρονη κοινωνική οργάνωση, η οποία τις περισσότερες φορές υπολογίζει ελάχιστα ή και καθόλου τους εν λόγω ανθρώπους, τους αποκλείει έτσι από τη συμμετοχή στις καθημερινές κοινωνικές, εκπαιδευτικές, ψυχαγωγικές, επαγγελματικές και πολιτιστικές δραστηριότητες. Η ανικανότητα είναι κάτι που επιβάλλεται στην αναπηρία, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο οι ανάπηροι πολίτες περιθωριοποιούνται, απομονώνονται και, σε αρκετές περιπτώσεις, αποκλείονται αδικαιολόγητα από την πλήρη συμμετοχή στα κοινωνικά δρώμενα.

Η απώλεια της όρασης αποτελεί πηγή προβλημάτων για το παιδί, στην προσπάθειά του να αντιληφθεί, να μάθει και να οργανώσει το περιβάλλον. Σε ένα κόσμο βλεπόντων η όραση είναι τόσο σημαντική για την ολόπλευρη ανάπτυξη του, που ακόμα και ο πιο ήπιος βαθμός οπτικής απώλειας μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη οπτικο-δεκτικών και κινητικο-εκφραστικών δεξιοτήτων. Αυτό που απαιτείται απ την κοινωνία είναι η «ομαλοποίηση του περιβάλλοντος», δηλαδή η δημιουργία και η χρήση πολιτιστικά «ομαλών» μέσων, με κύριο στόχο να προσφέρουν στα κοινωνικά απαξιωμένα άτομα καλές συνθήκες ζωής. Η διαδικασία αυτή ορίζει την αναπηρία ως μια σαφώς δημόσια πολιτική και κοινωνική υπόθεση, στην οποία η Πολιτεία αναλαμβάνει την ευθύνη να προσφέρει τις υπηρεσίες που απαιτούνται για τις ανάγκες των πολιτών της, οι οποίοι είναι διαφορετικοί.

Οι κοινωνικά ευαίσθητοι άνθρωποι από τα αρχαία χρόνια φρόντιζαν για την κοινωνική δικαιοσύνη, την ισοπολιτεία και ισοτιμία στη ζωή των ανθρώπων και προσπαθούσαν να αποβάλλουν τις λεγόμενες προκαταλήψεις έναντι των αναπήρων. Οι συγκεκριμένοι όμως άνθρωποι ήταν πάντοτε λιγότεροι. Η πλειοψηφία δεν μπορούσε και ούτε ακόμα μπορεί να αποδεχτεί εύκολα τα άτομα με ειδικές ανάγκες, με αποτέλεσμα να δείχνει οίκτο ή και πολλές φορές απροκάλυπτα να αδιαφορεί.

Τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα απ το 1960 και έπειτα, η στάση της κοινωνίας έχει αρχίσει να αλλάζει και να παίρνει μια θετική κατεύθυνση, παρότι εξακολουθούν ακόμη να υπάρχουν, όπως προαναφέραμε, αρνητικές κοινωνικές αντιδράσεις προς τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Οι συναισθηματικά φορτισμένοι και κοινωνικά απορριπτικοί όροι «ανώμαλος», «απροσάρμοστος», «αποκλίνων» ακόμα και «ηλίθιος», έχουν αντικατασταθεί από άλλους ηπιότερους και περισσότερο κοινωνικά αποδεκτούς όπως «ανάπηρος» ή «άτομο με μαθησιακές δυσκολίες», «ειδικές ανάγκες, δυνατότητες και ιδιαιτερότητες». Η νέα αυτή ορολογία αντανακλά τις σύγχρονες τάσεις της ευρύτερης κοινωνίας για αναγνώριση των πολύπλευρων ικανοτήτων και δυνατοτήτων, καθώς και του δικαιώματος για παροχή ίσων ευκαιριών στα ανάπηρα μέλη της. Έτσι, τα άτομα με ειδικές ανάγκες άρχισαν σιγά-σιγά να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον επαναπροσδιορισμό της αναπηρίας, στη χάραξη κοινωνικών και πολιτικών παροχών προς τους αναπήρους, στην εξάλειψη των διακρίσεως στην εκπαίδευση, στο επάγγελμα και στη ζωή, στην ταύτιση της ελίτ των ατόμων με ειδικές ανάγκες (α.μ.ε.α.) με τη μάζα των αναπήρων, στην αλλαγή της στάσης της κοινωνίας, αλλά και των ίδιων των αναπήρων απέναντι στην αναπηρία. Επιπλέον, άρχισαν να απαιτούν την παροχή ίσων ευκαιριών σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, κατάφεραν την ψήφιση ευνοϊκής νομοθεσίας και εν μέρει την αναπροσαρμογή στους χώρους της εκπαίδευσης και της εργασίας. Τα τελευταία χρόνια, η αλλαγή των κοινωνικών αντιλήψεων για τον άνθρωπο, η έκρηξη της αντίστασης κατά των φυλετικών διακρίσεων, της αποικιοκρατίας και της αντίδρασης σε κάθε είδους κοινωνική εκμετάλλευση, η θέσπιση ειδικής νομοθεσίας και οι αποφάσεις δικαστηρίων υπέρ της ένταξης και κατά του διαχωρισμού, η τάση για συνεχή αναθεώρηση της παιδαγωγικής θεωρίας και πράξης και οι επίμονοι αγώνες των ίδιων των α.μ.ε.α συνετέλεσαν στη διαμόρφωση θετικότερων κοινωνικών στάσεων προς αυτούς. Στην Ευρώπη αρχικά το πρόβλημά τους είχε γίνει αποδεκτό και σεβαστό και έπειτα τέθηκαν οι βάσεις για παρόμοια αντιμετώπιση και από τις υπόλοιπες χώρες.

Στην Ελλάδα από τις αρχές του 20ού αιώνα άρχισε ο αγώνας για την αποδοχή των αναπήρων ατόμων κυρίως με την ιδιωτική πρωτοβουλία. Η Πολιτεία, από τα μέσα του αιώνα, μετά δηλαδή από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, άρχισε με δειλά βήματα να δραστηριοποιείται. Ο όλεθρος και τα άπειρα ολοκαυτώματα του πολέμου, ανάγκασαν τους ανθρώπους να αναλογιστούν και να κατανοήσουν καλύτερα την ανθρώπινη φύση και τις αδυναμίες τους. Έτσι, σε όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες, ευτυχώς και στη δική μας, οι άνθρωποι, εγκαταλείποντας σε μεγάλο βαθμό τις πλάνες, τις προκαταλήψεις και τις συνήθειες του παρελθόντος, αναζήτησαν με πολλή ενεργητικότητα νέες μορφές και νέα σχήματα θεραπείας των προβλημάτων και των αναγκών τους. Μέσα σε αυτό το ευνοϊκό κλίμα άρχισε βαθμιαία να κυριαρχεί η ανάγκη ίσων ευκαιριών και δικαιωμάτων για όλους και να αναγνωρίζεται η ξεχωριστή αξία του κάθε ανθρώπου, ανεξάρτητα απ τη φυσική και πνευματική του κατάσταση. Στο μεταξύ, λόγω ελλείψεως εργατικών χεριών κατά τη διάρκεια του πολέμου, αμέσως μετά δόθηκε η ευκαιρία σε παγκόσμια κλίμακα στους τυφλούς να αποδείξουν τις δυνατότητές τους για σημαντική προσφορά αλλά και τις ικανότητές τους για ενεργό συμβολή σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες.

Οι κοινωνικές προκαταλήψεις, όπως διαπιστώνουμε, είχαν αρχίσει να περιορίζονται. Όμως πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι δεν επρόκειτο να εκλείψουν από τη ζωή. Κι αυτό γιατί οι μελέτες των κοινωνικών φαινομένων ανά τους αιώνες, απέδειξαν ότι αυτές οι προκαταλήψεις αποτελούν ουσιώδες συστατικό της εκάστοτε κοινωνίας, επομένως είναι φαινόμενα ανακυκλούμενα και ανατροφοδοτούμενα. Δηλαδή, ανάλογα με την εποχή και την ανάπτυξη μιας κοινωνίας, απλώς αλλάζουν μορφές και τρόπους εκδήλωσης. Έτσι λοιπόν, όταν μιλάμε για κοινωνικές προκαταλήψεις, δεν πρέπει να μας φοβίζει η λέξη, ούτε η έννοια που αποδίδεται σε αυτήν. Εδώ και κάποιες δεκαετίες το πνευματικό και μορφωτικό επίπεδο βρίσκεται σε υψηλότερες βαθμίδες απ’ ό,τι παλαιότερα και εκδηλώνουμε έτσι τα συναισθήματά μας με τρόπο πιο ανθρώπινο, χωρίς δηλαδή να θίγουν την αξιοπρέπεια του συνανθρώπου μας.

Ως κατάλοιπο των προκαταλήψεων βέβαια μπορεί να θεωρηθεί η διάταξη που παρεισέφρησε σε νόμο ειδικής αγωγής στη χώρα μας, με πολύ άκομψα μάλιστα διατύπωση. Πιο συγκεκριμένα, με το νόμο 1566 του έτους 1985 (ΦΕΚ 167), με τίτλο «Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις», παρεχόταν επίδομα ύψους 30% επί του βασικού μισθού σε όλους τους εργαζομένους στα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα Αναπήρων. Θέλοντας η τότε κυβέρνηση να ενισχύσει οικονομικά και άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, πλην των εκπαιδευτικών, βρήκε αυτόν τον τρόπο ώστε να ευσταθεί η εξαιρετική μεταχείριση τόσο νομικά όσο και συνταγματικά, χρησιμοποιώντας έναν αφηρημένο όρο της εργατικής νομοθεσίας λόγω «δυσμενών συνθηκών εργασίας». Έτσι, στην παράγραφο 6 του Άρθρου 35 διατυπώνεται η άποψη ότι στο προσωπικό που υπηρετεί στις σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, καταβάλλεται κατά μήνα και για όλο το έτος επίδομα δυσμενών συνθηκών εργασίας ίσον με το 30% των μηνιαίων αποδοχών του κατώτερου μισθολογικού κλιμακίου του εισαγωγικού βαθμού κάθε κλάδου. Χωρίς περιστροφές, ο νομοθέτης, εκφράζοντας την περί δικαίου συνείδηση και αντίληψη του λαού, θεωρεί ότι με την παρουσία του και μόνο, ο ανάπηρος σε κοινούς χώρους εργασίας δημιουργεί δυσμενείς συνθήκες σε αυτούς που έχουν αρτιμέλεια και τυγχάνει να εργάζονται ανάμεσα σε αναπήρους, αν και τις περισσότερες φορές η επιλογή είναι αποκλειστικά δική τους. Η κακώς νοούμενη σοσιαλιστική πολιτική της εποχής, μας πήγε δυστυχώς πολύ πίσω, επειδή με τη διάταξη αυτή αναγνώριζε επισήμως η Πολιτεία, πως όποιος εργαζόταν στους χώρους των ατόμων με ειδικές ανάγκες έχριζε επιδόματος. Μια τέτοια διατύπωση, ρατσιστικής ασφαλώς νοοτροπίας, προκάλεσε θλίψη και αγανάκτηση στους αναπήρους, διότι έβλεπαν τους αγώνες τους τόσων χρόνων για παύση της κοινωνικής προκατάληψης, να μηδενίζονται. Η απαράδεκτη έκφραση έγινε αντιληπτή από τους ιθύνοντες. Έτσι, η διατύπωση «δυσμενείς συνθήκες εργασίας», απαλείφθηκε στον τελευταίο Νόμο 2817/2000 «περί κοινωνικής αγωγής».

1.4 Οι απαρχές της εκπαίδευσης στην Ευρώπη και οι πρώτες προσπάθειες που σημειώθηκαν στην Ελλάδα

Η εκπαίδευση των τυφλών έχει μακρά προϊστορία. Το 1178 μ.Χ. ιδρύθηκαν στο Μέρμιγκεν της Σουηδίας και το 1620 στο Παρίσι άσυλα για τυφλούς. Την ίδια εποχή άρχισαν να λειτουργούν στη Δύση και άσυλα για την περίθαλψη των Σταυροφόρων που τυφλώθηκαν από τραχώματα στην Αίγυπτο. Κατά το 18ο αιώνα ξεκίνησαν οι πρώτες προσπάθειες για συστηματική γενική και επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών και το 1784 ιδρύθηκε στο Παρίσι από τον Valentin Hauy το πρώτο συστηματικό ειδικό σχολείο τυφλών.48 Δύο χρόνια αργότερα ο ίδιος εξέδωσε το μνημειώδες έργο του «Δοκίμιο περί της εκπαιδεύσεως των τυφλών». Ένας μικρός αριθμών παιδιών λάμβανε την τυπική εκπαίδευση πριν από αυτή τη χρονολογία, στα τοπικά σχολεία, μαζί με τα βλέποντα παιδιά.

Με την αναστάτωση που προκάλεσε η Γαλλική επανάσταση, το σχολείο του Hauy έκλεισε προσωρινά κι εκείνος συνέχισε τη δράση του στο Βερολίνο και στην Αγία Πετρούπολη, όπου κι εκεί βοήθησε να ιδρυθούν σχολεία για τυφλά παιδιά. Στη Βρετανία, τη δεκαετία του 1860, τα σχολεία για τυφλούς ήταν διαδεδομένα και αποτελούσαν ανεξάρτητο θεσμό, υποστηρίζονταν από φιλανθρωπικά σωματεία ή θρησκευτικές οργανώσεις και συχνά διέθεταν εργαστήρια και σπίτια για τυφλούς ενήλικες, που ονομάζονταν Άσυλα. Στην αρχή, το ενδιαφέρον των σχολείων επικεντρωνόταν στη διδασκαλία δεξιοτήτων επιλογής των παιδιών. Για παράδειγμα, ο κανονισμός λειτουργίας στο σχολείο του Λίβερπουλ, αναφέρει ότι οι τυφλοί θα διδάσκονταν μουσική ή μηχανικές τέχνες ώστε να ανακουφίσουν το εαυτό τους και να είναι χρήσιμοι στην κοινωνία. Το 1870 άρχισε στη Βρετανία η πρωτοβάθμια εκπαίδευση όλων των παιδιών και σε γενικά σχολεία εισήλθε μεγάλος αριθμός τυφλών μαθητών. Το έτος 1875 στη Σκοτία τα 102 από τα 152 παιδιά φοιτούν σε ιδρύματα για τυφλούς ενώ τα υπόλοιπα λαμβάνουν τη γενική εκπαίδευση. Το 1888 στο Λονδίνο υπήρχαν 132 τυφλά παιδιά που παρακολουθούσαν το γενικό σχολείο και μερικές μέρες λάμβαναν ειδική εκπαίδευση σε κάποιο από τα 18 κέντρα που υπήρχαν. Ήδη από το 1830 είχαν ιδρυθεί σύλλογοι επισκεπτών σε πολλές πόλεις, με σκοπό να αναζητούν τυφλούς ενήλικες για να τους διδάξουν ανάγνωση καθώς και παιδιά που δεν παρακολουθούσαν το σχολείο. Πολλά από τα τελευταία μεγάλωναν χωρίς εκπαίδευση επειδή οι γονείς τους δεν είχαν τη δυνατότητα, γιατί απαιτούνταν μεγάλο χρηματικό ποσό ή δεν ήθελαν να τα βάλουν εσωτερικά σε κάποιο ίδρυμα.

Στα σχολεία της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών του 19ου αιώνα η διδασκαλία γινόταν με το σύστημα Braille. Πολλά βιβλία επιστημονικού, λογοτεχνικού, ιστορικού, φιλολογικού, μουσικού και μαθηματικού περιεχομένου, γραμμένα στη μέθοδο αυτή, διδάσκονταν από τις πρώτες κιόλας τάξεις του δημοτικού μαζί με τη χειροτεχνία. Τα αγόρια μάθαιναν να κατασκευάζουν σάρωθρα, βούρτσες, ψάθινα καλάθια, ψάθινες παντόφλες και να δένουν βιβλία. Τα κορίτσια, αντίστοιχα, μάθαιναν να πλέκουν καλάθια και να υφαίνουν σε χειροκίνητους αργαλειούς.

Η απώλεια της όρασης ασκεί σημαντική επίδραση στον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο εκτελεί διάφορες δραστηριότητες, λαμβάνει τις πληροφορίες και γενικότερα επικοινωνεί. Η εύρεση εναλλακτικών μεθόδων επικοινωνίας είναι ουσιαστική για την ανεξάρτητη διαβίωσή του. Στην κοινωνία μας η ανάγνωση και η γραφή ως σημαντικά μέσα επικοινωνίας αποτελούν ακρογωνιαίους λίθους της ανεξαρτησίας. Για τους τυφλούς η γραφή Braille δεν είναι απλά ένα μέσο αλφαβητισμού, αλλά αντιπροσωπεύει την ανεξαρτησία, την ικανότητα και την ισότητα.

Ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στο παρελθόν διαπιστώνουμε την έντονη επιθυμία των ατόμων με τύφλωση για την εκμάθηση και χρήση της ανάγνωσης και της γραφής, η οποία για να καταλήξει στην τελική μορφή της πέρασε από διάφορα στάδια. Πρώτος ο Valentin Hauy, «πατέρας των τυφλών», όπως δικαίως αποκλήθηκε, επιχείρησε να δημιουργήσει έναν ανάγλυφο τρόπο γραφής, κατασκευάζοντας από σύρμα τα γράμματα του Ρωμαϊκού αλφαβήτου και πιέζοντάς τα με δύναμη πάνω σε χοντρό φύλλο χαρτί για να εμφανίζονται στην αντίθετη πλευρά με ανάγλυφη όψη. Αυτό ήταν τον 18ο αιώνα το πρώτο σύστημα ανάγλυφης γραφής που χρησιμοποιήθηκε από τους τυφλούς μαθητές. Ήταν όμως και το πιο δύσχρηστο και περίπλοκο. Επιπλέον, διάφοροι άλλοι μέθοδοι επινοήθηκαν για τη διευκόλυνση της εκμάθησης ανάγνωσης, όπως κόμποι σε αλληλουχία, κομμένα χάρτινα γράμματα τοποθετημένα στη σειρά υπό τη μορφή λέξεων, κινητά καλούπια γραμμάτων σε μόλυβδο ή κασσίτερο, χαραγμένα γράμματα με ένα αμβλύ εργαλείο σε ταμπλέτες καλυμμένες με κερί ή ξύλινα γράμματα.

Έναν αιώνα μετά αυτή που θα έδινε την τελική μορφή στο αλφάβητο ήταν η «κοκίς». Ο Γάλλος λοχαγός του πυροβολικού Charles Barbier de la Serre δημιούργησε το πρώτο αλφάβητο με τις δώδεκα κουκίδες. Στη συνέχεια, ο Louis Braille, έχοντας τη βάση, τελειοποίησε το αλφάβητο, μειώνοντας τις κουκίδες σε έξι και κάνοντάς το εύχρηστο και απλό. Το κύτταρο Braille, γνωστό ως εξάστιγμο, έχει έξι ανάγλυφες κουκίδες-στιγμές, τοποθετημένες όπως το έξι στο ντόμινο. Ο Λουδοβίκος Μπράιλ εργάστηκε από το 1837 ως το 1840 για να ολοκληρώσει το σύστημα με τις κουκίδες, οπότε και το παρουσίασε στην τελική του μορφή. Το 1854, δύο χρόνια μετά το θάνατό του, το σύστημα αναγνωρίστηκε επίσημα στη Γαλλία και γρήγορα σε όλο τον κόσμο, σε όλες τις γλώσσες. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν μια πινακίδα και ένα είδος στυλό.

Πλέον οι περισσότεροι χρησιμοποιούν τις γραφομηχανές Braille perkins, στις οποίες, όταν τα πλήκτρα πιέζονται με τον κατάλληλο συνδυασμό, τυπώνονται στο χαρτί ανάγλυφα γράμματα και σημεία. Πρόκειται για ένα επαναστατικό σύστημα εκπαίδευσης, γιατί, μέσω αυτού, αναπληρώνεται η αίσθηση την όρασης με την αίσθηση της αφής. Από τους 63 συνολικά συνδυασμούς των στιγμών, σχηματίζονται όλα τα σύμβολα της γλώσσας, οι αριθμοί και οι φθόγγοι. Τα ανάγλυφα σύμβολα τυπώνονται από αριστερά προς τα δεξιά πάνω στο χαρτί. Ο τυφλός ψηλαφίζει με τα άκρα των δαχτύλων του τις ανάγλυφες στιγμές και αναγνωρίζει τα σύμβολα που αντιστοιχούν σε αυτές. Χρησιμοποιεί και τα δύο του χέρια για ταχύτερη και ασφαλέστερη ανάγνωση.

Από τις αρχές του 20ού αιώνα άρχισαν και στη χώρα μας να δημιουργούνται οι πρώτες εστίες οργάνωσης της εκπαίδευσης των τυφλών, κυρίως από τον ιδιωτικό και φιλανθρωπικό τομέα, καθώς και από την Εκκλησία. Η ιδιωτική πρωτοβουλία ως το τέλος του Μεσοπολέμου αλλά και αργότερα ήταν θεμελιωμένη κυρίως στο συναίσθημα του οίκτου και είχε ως στόχο της κλειστή προστασία των τυφλών σε ιδρύματα για εσωτερικούς μαθητές και των δύο φύλων, όπου τους παρέχονταν ειδική αγωγή και εκπαίδευση, επαγγελματική κατάρτιση και περίθαλψη. Ορισμένοι απ τους λόγους, που οδήγησαν τις διάφορες ομάδες ιδιωτών, φιλανθρώπων και της Εκκλησίας να έχουν το προβάδισμα έναντι του Κράτους στον τομέα της ειδικής αγωγής των τυφλών και γενικότερα των ατόμων με ειδικές ανάγκες, είναι οι εξής:

• Το παράδειγμα σχετικών πρωτοβουλιών σε χώρες της Δύσης.

• Η ανικανότητα, η αδιαφορία ή αδυναμία του επίσημου Κράτους να αναλάβεις τις ευθύνες του.

• Ανιδιοτελείς φιλοδοξίες μεμονωμένων ατόμων ή ομάδων πολιτών και της Εκκλησίας για προσφορά φιλανθρωπικού έργου.

• Ιδιοτελείς φιλοδοξίες μεμονωμένων ατόμων ή ομάδων πολιτών, της Εκκλησίας και άλλων οργανώσεων για προβολή και άσκηση άτυπης εξουσίας στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο.

• Η προσφυγή των οικογενειών και των ίδιων των τυφλών προς την ιδιωτική πρωτοβουλία που, κατά κανόνα, είχε την οικονομική ευχέρεια για παροχή βοήθειας προς τα άτομα.

Όπως στην Ευρώπη έτσι και στην Ελλάδα, με κάποια καθυστέρηση βέβαια, σημειώνεται η σύσταση φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, που απέβλεπαν κυρίως στην τόνωση του συναισθήματος της ατομικής πρωτοβουλίας και αυτοβοήθειας. Η φιλανθρωπική εκκλησιαστική κοινωνική αλληλεγγύη δημιούργησε νέους θεσμούς και ιδρύματα κοινωνικής προστασίας. Η ιδιωτική ελεημοσύνη και η ιδιωτική οργανωμένη φιλανθρωπία έπαιξαν το ρόλο τους, ώσπου η κοινωνική πρόνοια, στην εξέλιξή της κατά τη μακρά διαδρομή των αιώνων, απέβαλε σιγά-σιγά το χαρακτήρα της αγαθοεργίας και αναγνωρίστηκε σαν υποχρέωση του κοινωνικού συνόλου. Το Κράτος πλέον, αποβλέποντας στην κοινωνική δικαιοσύνη και ισορροπία, ανέλαβε αρχικά τη βοήθεια και την περίθαλψη των απόρων κι έπειτα των αναπήρων.

Ο 20ός αιώνας αρχίζει για την Ειδική Αγωγή με την ίδρυση Ειδικών σχολείων και ιδρυμάτων, με στόχο την προστασία, την εκπαίδευση, την περίθαλψη και, αργότερα, την επαγγελματική κατάρτιση. Όλα αυτά συνεπάγονται την κλειστή προστασία και την ιδρυματική περίθαλψη. Η διαμόρφωση της αντίληψης για ίσα δικαιώματα και ίσες ευκαιρίες για τον καθένα, είναι αντιλήψεις που χρονολογούνται στη μεταπολεμική περίοδο για την Ελλάδα. Ο όρος «Ειδική Αγωγή», με την παλαιά ονομασία «Θεραπευτική Αγωγή», ορίζεται ως «η επιστήμη που φροντίζει για τη μόρφωση, διδασκαλία και πρόνοια όλων των παιδιών που η σωματική ή ψυχική τους εξέλιξη εμποδίζεται αδιάκοπα από κοινωνικούς και ατομικούς παράγοντες». Το 1976 έπαψε να χρησιμοποιείται ο παλαιός όρος για να μη συγχέεται με την ιατρική επιστήμη και με ειδικά μέσα και μεθόδους διδασκαλίας και διαπαιδαγώγησης προσπαθεί να ολοκληρώσει, να εναρμονίσει μέσα στο όρια της μορφής και του βαθμού των εξελικτικών δυνατοτήτων, την προσωπικότητα των μειονεκτικών παιδιών και να τα εξοπλίσει με γνώσεις και δεξιότητες.

Οι πρώτες προσπάθειες για την εκπαίδευση των τυφλών στην Ελλάδα άρχισαν το 1906 με την ίδρυση του «Οίκου Τυφλών» Καλλιθέας που περιλάμβανε σχολείο και οικοτροφείο μέχρι το 1979 ως φιλανθρωπικό σωματείο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Από το 1979, ύστερα από επίμονους και σκληρούς αγώνες των τυφλών, γίνεται Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και μετονομάζεται σε Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών (Κ.Ε.Α.Τ.), το οποίο εποπτεύεται από το Υπουργείο Υγείας-Πρόνοιας και έχει ως σκοπό την εφαρμογή εκπαιδευτικών και αποκαταστασιακών προγραμμάτων, καθώς και την παροχή πολυποίκιλων υπηρεσιών προς τους τυφλούς.

Το 1936 ιδρύεται ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών με έδρα την Αθήνα, ο οποίος ως σήμερα αποτελεί τον επίσημο κοινωνικοσυνδικαλιστικό φορέα των ατόμων με προβλήματα όρασης στη χώρα μας.

Λίγα χρόνια αργότερα δημιουργείται ο «Φάρος Τυφλών της Ελλάδος» στην Καλλιθέα, με κύριο σκοπό την επαγγελματική τους εκπαίδευση, και στη Θεσσαλονίκη η «Οργάνωση Προστασίας Τυφλών Βορείου Ελλάδος», η οποία ακόμη και σήμερα λειτουργεί ως σχολείο.

Τα παραπάνω ιδρύματα και κάποια άλλα ακόμη, που συνέβαλαν στην εκπαίδευση και στην επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών από τις αρχές του 20ού αιώνα, θα τα δούμε αναλυτικότερα στη συνέχεια.


ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Φορείς της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής αποκατάστασης των τυφλών στην Ελλάδα. Ιδιωτικές και δημόσιες παρεμβάσεις.

2.1 «Οίκος Τυφλών»

Στις αρχές του 20ού αιώνα ξεκινά ουσιαστικά η προσπάθεια για την εκπαίδευση και την αποκατάσταση των ατόμων με προβλήματα όρασης στη χώρα μας, με στόχο την καταπολέμηση του αποκλεισμού τους από την κοινωνία και την εργασία. Το 1906 ήρθε η ιδιωτική πρωτοβουλία με το φιλανθρωπικό έργο να επιτελέσει ένα σημαντικό σκοπό και να αναπληρώσει ένα μεγάλο κενό· στόχος της προσπάθειας ήταν η προστασία και η εκπαίδευση των τυφλών παιδιών. Μέχρι τότε καμία παρόμοια κίνηση δεν είχε γίνει στην Ελλάδα και καμία φροντίδα δεν είχε ληφθεί.

Η σύλληψη της ιδέας ιδρύσεως του «Οίκου Τυφλών» οφείλεται στον τότε πρόεδρο του «Συλλόγου προς διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων» Δημήτριο Βικέλα, ο οποίος, μαζί με το φίλο του ποιητή Γεώργιο Δροσίνη, την υπέβαλαν στον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Θεόκλητο. Το καταστατικό για τη σύσταση του σωματείου της προστασίας των τυφλών υπογράφτηκε και εγκρίθηκε με Βασιλικό Διάταγμα στις 24 Μαΐου 1906, υπό την προστασία της Α.Β.Υ. της Πριγκίπισσας Μαρίας κι έτσι ιδρύθηκε στην Καλλιθέα Αθηνών φιλανθρωπική Εταιρία υπό την επωνυμία «Οίκος Τυφλών».

Σύμφωνα με το καταστατικό η φιλανθρωπική Εταιρία διοικούνταν από πενταμελή Εφορεία με πρόεδρο τον Αρχιεπίσκοπο Θεόκλητο και είχε τεθεί υπό τη σκέπη και την προστασία της Εκκλησίας. Η Ειρήνη Λασκαρίδου, γεννημένη το 1898 στην Αθήνα και με γονείς μορφωμένους και διανοούμενους, ύστερα από υπόδειξη του Δ. Βικέλα μετέβη στη Γαλλία και φοίτησε για ένα χρόνο στη Σχολή Τυφλών της Μελούζης. Αφού έλαβε το σχετικό προς τις σπουδές της δίπλωμα, περιήλθε σε διάφορες χώρες, όπως τη Σουηδία και τη Γερμανία, για να παρακολουθήσει επιπρόσθετα μαθήματα και να συμπληρώσει τις γνώσεις της στην εκπαίδευση των τυφλών.

Μαζί με τις πρώτες αυτές προσπάθειες, σημαντικός υπήρξε και ο ρόλος των δωρεών, που στάθηκαν αρωγοί στο σημαντικό έργο που επιτελούνταν, καθώς και οι φιλανθρωπίες όλων των Ελλήνων. Χωρίς την ενίσχυσή τους δε θα ήταν δυνατή η λειτουργία και η πρόοδος του ιδρύματος.

Τα πρώτα έξοδα λειτουργίας και διοίκησης καλύφθηκαν από τη γενναία συνδρομή των Αιγύπτιων ομογενών. Αρχικά στο κτίριο λειτούργησε μόνο νηπιαγωγείο και ο πρώτος μαθητής ήταν ο Κυριάκος Αντωνίου στις 10 Ιανουαρίου 1907. Τρεις μήνες αργότερα ήρθε και η τυφλή Σταματίνα Μπατίστα. Δύο χρόνια μετά η Σχολή Τυφλών βραβεύεται από την Ελληνική κοινότητα της Τεργέστης για την υποδειγματική οργάνωση και τη λειτουργία της. Η Εκκλησία, με απόφαση της Ιεράς Συνόδου, αποφάσισε ετήσια περιφορά δίσκου σε όλες τις Μητροπόλεις, Επισκοπές και Εκκλησίες του Κράτους, κατά την ετήσια θρησκευτική εορτή της «Κυριακής του Τυφλού» και μέρος