Έχει παρουσιαστεί σε πάνω από 30 χώρες στον κόσμο τα τελευταία 25 χρόνια, αλλά ομολογώ ότι δεν το γνώριζα. Όταν έφτασε στο email μου το δελτίο Τύπου και η πρόσκληση για το «Dialogue in the Dark» στο Θέατρο Badminton, το είδα λίγο σαν παιχνίδι. Ένας περίπατος περίπου 80 λεπτών στο απόλυτο σκοτάδι, με τη βοήθεια ενός τυφλού ξεναγού. «Πλάκα θα έχει!» αναφώνησα και έσπευσα να κλείσω θέση για την πρεμιέρα του πρωτοποριακού αυτού δρώμενου την Τρίτη 15 Οκτωβρίου.
Κρατάω στα χέρια μου το λευκό μπαστούνι που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι με μειωμένη ή και καθόλου όραση και ακούω την ήρεμη φωνή του τυφλού οδηγού μας. «Με λένε Παναγιώτη και μαζί θα περπατήσουμε στο σκοτάδι…» Τον ακούω, αλλά δεν βλέπω τίποτα. Ούτε σκιές, ούτε διαγράμματα. Το απόλυτο σκοτάδι. Μόνο ήχοι και η αφή. Ο κόσμος ξαναχτίζεται από την αρχή μέσα στο μυαλό μου.
Άγχος. Ένα αλλόκοτο άγχος. Αυτό είναι το πρώτο συναίσθημα που με κυριεύει. Όχι γιατί φοβάμαι ότι θα σκουντουφλήσω πουθενά. Ο Παναγιώτης είναι εκεί για εμάς. Είναι τα μάτια μας και δεν έχεις και πολλές επιλογές παρά να τον εμπιστευθείς. Βαδίζω διατακτικά στο σκοτάδι με τα χέρια μου να ψηλαφούν συνεχώς και σκέφτομαι ότι αυτό που βιώνω εγώ για 80 λεπτά ως ξεχωριστή εμπειρία είναι πραγματικότητα για κάποιους ανθρώπους. Είναι ο κόσμος τους. Είναι άλλο να μιλάς για το διαφορετικό και άλλο να το ζεις.
«Εγώ έχασα την όρασή μου στα 33 μου», μας λέει ο Παναγιώτης λίγο αργότερα, ενώ έχουμε καθίσει σε ένα μπαρ στο απόλυτο σκοτάδι. Νιώθω να με πλημμυρίζει η θλίψη, ο θυμός, ο φόβος… Αλλά ο Παναγιώτης πρέπει να χαμογελάει, Δεν τον βλέπω, αλλά έτσι τον φαντάζομαι ακούγοντας τη φωνή του. «Είμαι παντρεμένος, έχω δύο παιδιά. Τον γιο μου πρόλαβα να τον δω θολά. Την κόρη μου δεν την έχω δει ποτέ». Μιλάει σαν να βιώνει κάτι απόλυτα φυσιολογικό. Εννέα χρόνια μετά αυτή είναι η αλήθεια του.
«Πηγαίνω και σινεμά. Βοηθάει πολύ το dolby surround. Βλέπω ταινίες», μας λέει. Βλέπει. Αυτό το ρήμα χρησιμοποιεί. Όχι τυχαία. Μα φυσικά βλέπει. Αλλά με τα μάτια της φαντασίας του. Βλέπει, όπως χτίζεις εσύ εικόνες όταν διαβάζεις ένα βιβλίο. «Τα πράγματα είναι ίσως πιο απλά», σκέφτομαι και το άγχος αρχίζει να υποχωρεί. Δεν χρειάζεται να τον θαυμάσεις τον Παναγιώτη. Είναι ένας από εμάς. Δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να ζει. Ακούω πουλιά να τιτιβίζουν. Από κάπου τρέχει νερό. Περνάω ένα γεφυράκι. Κάτι πιάνω. Είναι ένα άγαλμα. «Η θεά Αθηνά. Είμαστε στον Εθνικό Κήπο», μου εξηγεί ο Παναγιώτης. Ο Εθνικός Κήπος στο απόλυτο σκοτάδι. Οι ήχοι, οι μυρωδιές, το νερό που βρέχει τα χέρια μου καθώς πλησιάζω στην πηγή… Κάτι όμορφο γεννιέται στο μυαλό.
Ώρα να μπούμε στο μετρό. Προχωράμε αναζητώντας με το λευκό μας μπαστούνι την πόρτα. Επόμενη στάση: Μοναστηράκι. Η αγορά. Μαγαζιά, αρώματα, κάθε λογής εμπορεύματα. Τα αγγίζω. Τα μυρίζω. Φτάνουμε σε έναν δρόμο. Ακούμε τα αυτοκίνητα. Και ύστερα το ηχητικό σινιάλο από το φανάρι για να περάσουμε. «Και στα φανάρια που δεν έχει τέτοιο ήχο;» αναρωτιέμαι. «Τότε κάνεις τον σταυρό σου», μου λέει ο Παναγιώτης.
Λίγη ώρα αργότερα είμαι στην Κατεχάκη. Περιμένω στο φανάρι. Ούτε υποψία ηχητικού σήματος. Κλείνω τα μάτια. Δεν τολμώ να περάσω. θα σκοτωθώ. Τα πράγματα ίσως να είναι πιο απλά, αλλά η Αθήνα παραμένει μια εχθρική πόλη για όσους παρεκκλίνουν της πλειοψηφίας. Ξαναθυμώνω. Δεν μπορώ να σου πω περισσότερα. Πρέπει να το ζήσεις.
Πηγή: «Metropolis»
