7. Συμπεράσματα
Η ανάπτυξη της Ε. Α. στην Ελλάδα μπορεί να χωριστεί σε δύο περιόδους. Στην περίοδο που παρέχεται κύρια μέσα στα φιλανθρωπικά ιδρύματα, η οποία διαρκεί από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι και το 1975 και την περίοδο της κρατικής παρέμβασης, η οποία διαρκεί από το 1975 μέχρι σήμερα.
Ένα από τα χαρακτηριστικά τη περιόδου από το 1975 μέχρι σήμερα, ο οποία ονομάστηκε Μεταπολίτευση, είναι η ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας, κυρίως μετά το 1981 και την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία.
Την ίδια περίοδο μετά την ανάληψη της από το κράτος αναπτύσσεται στην Ελλάδα, η Ε. Α. αφ’ ενός ως ένα διακριτό υποσύστημα της Εκπαίδευσης, στη βάση του ατομικούιατρικού μοντέλου, το οποίο υποστηρίζει ότι η αναπηρία είναι απόρροια της οργανικής βλάβης και η αντιμετώπιση της πρέπει να γίνεται σε ξεχωριστές δομές από αυτές της γενικής εκπαίδευσης και αφ’ ετέρου η διαδικασία ένταξηςενσωμάτωσης, κυρίως ως θεωρία και λιγότερο ως πρακτική εφαρμογή, η οποία στηρίζεται στο κοινωνικό μοντέλο προσέγγισης της αναπηρίας, το οποίο υποστηρίζει ότι η αναπηρία δεν είναι αποτέλεσμα της σωματικής παθολογίας αλλά της κοινωνικής οργάνωσης και η αντιμετώπιση της πρέπει να γίνεται στις δομές της Γενικής Εκπαίδευσης.
Η ανάπτυξη της Ε. Α. μέσω της κρατικής παρέμβασης έχει ως σημαντικό αφετηριακό σημείο την ψήφιση του Συντάγματος του 1975, και ως συνέχεια του την ψήφιση αφ’ ενός μιας σειράς νόμων, όπως οι 1143, 1566, 2817, 3194, 3699 και αφ’ ετέρου ως πράξεις εφαρμογής τους την έκδοση μεγάλου αριθμού Π. Δ., Υ. Α., και Υ. Ε. Η ανάπτυξη μπορεί να διακριθεί σε δύο περιόδους, η πρώτη από το 1975 μέχρι το 2000, περίοδο που αναπτύσσεται κυρίως η Ε. Α. στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και η δεύτερη από το 2000 μέχρι το 2008, περίοδο ανάπτυξης κυρίως της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.
Η σύγκριση των νομοσχεδίων και των τελικών κειμένων των νόμων αποδεικνύει ότι οι κυβερνητικές επιλογές σε συντριπτικό ποσοστό επικυρώνονται από την ελληνική βουλή. Τα κόμματα δρουν ως ενιαίοι φορείς και είναι επόμενο οι βουλευτές του κόμματος που έχει την πλειοψηφία να μην στρέφονται ενάντια στις επιλογές της κυβέρνησης. Ελάχιστες είναι οι αλλαγές που γίνονται με βάση τις προτάσεις της αντιπολίτευσης, είτε εξετάζουμε κάθε νόμο ξεχωριστά είτε το σύνολο της νομοθεσίας. Διαπιστώνεται δηλαδή, ότι εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, ότι η εκάστοτε κυβέρνηση ψηφίζει ότι αυτή αποφασίζει χωρίς να παίρνει υπ’ όψη της στα σημαντικά ζητήματα την γνώμη της αξιωματικής και της ελάσσονος αντιπολίτευσης. Να σημειώσουμε ακόμη ότι όταν η κυβέρνηση, ή η αντιπολίτευση, ή οι φορείς της Ε. Α. επικαλούνται το γεγονός ότι η Ε. Α. πρέπει να είναι ένα σημείο που να ενώνει όλες τις πλευρές, εννοούν την ενότητα στη βάση των δικών τους απόψεων.
Περισσότερες αλλαγές παρατηρούνται όταν συγκρίνουμε τα νομοσχέδια που δίνονται στη δημοσιότητα, οι οποίες όμως δεν αφορούν ζητήματα που άπτονται στρατηγικών επιλογών, αλλά επιλογές στο επίπεδο της τακτικής, π.χ. το δικαίωμα του ΕΕΠ να καταλαμβάνει θέσεις διευθυντών στα ΚΕΔΔΥ, ή ο τρόπος εκπαίδευσης των αυτιστικών παιδιών.
Οι αλλαγές σε πολλές περιπτώσεις αφορούν μόνο τη φρασεολογία με την οποία επιχειρείται να νομιμοποιηθούν εκ νέου οι διακρίσεις και η περιθωριοποίηση, ενώ οι αλλαγές στην περίπτωση των κομμάτων εξουσίας εξαρτώνται απ’ το αν είναι στην κυβέρνηση ή στην αντιπολίτευση. Ιδίως στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ μπορούμε να διακρίνουμε την ύπαρξη δύο κομμάτων, του ΠΑΣΟΚ της αντιπολίτευσης και του ΠΑΣΟΚ της κυβέρνησης. Η Ν. Δ. ακολουθεί τον ίδιο δρόμο αλλά σε μικρότερο βαθμό, πιθανόν λόγω της μικρότερης παραμονής της στην εξουσία.
Δύο βασικά επιχειρήματα, στα οποία στηρίζονται οι κυβερνήσεις αλλά και η αξιωματική αντιπολίτευση (ΠΑΣΟΚ ή Ν. Δ.) για να δικαιολογήσουν τις αλλαγές που επιχειρούνται, κυρίως μετά τη δεκαετία του 1990, είναι ότι ο εκσυγχρονισμός του νομοθετικού πλαισίου για την Ε. Α. απορρέει: α) από τις υποχρεώσεις της Ελλάδας λόγω της συμμετοχής της στην Ε. Ε. και β) από τις εξελίξεις στην επιστήμη και την εκπαιδευτική πολιτική, είτ
