Η Νομοθεσία της Ειδικής Αγωγής από τον 11431981 έως τον 36992008 (6Ζ: Ανάλυση και διαμόρφωση της Νομοθεσίας της Ειδικής Αγωγής, 6.5. Ποιοι θεωρούνται ανάπηροι άνθρωποι)

Αυγ 14, 2013 | Από την ιστορία της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

6.5. Ποιοι θεωρούνται ανάπηροι άνθρωποι

Όλοι οι νόμοι ορίζουν «ποιοι θεωρούνται» άτομα (1143-1566-2817) ή μαθητές (3699) που χρειάζονται Ε. Α.. Παρουσιάζονται υπάρχουν αλλαγές στην ορολογία, διαφοροποιήσεις, αφαιρέσεις, όμως το βασικό νόημα παραμένει το ίδιο σε όλους τους νόμους «όσοι δεν μπορούν να παρακολουθήσουν το πρόγραμμα του Γενικού σχολείου».

Οι δύο πρώτοι νόμοι ορίζουν περίπου με τον ίδιο τρόπο «ποιοι θεωρούνται» ΑΜΕΑ. Στον 1143 θεωρούνται ότι «αποκλίνουν από το φυσιολογικό» όσοι λόγω «οργανικών, ψυχικών ή κοινωνικών αίτιων παρουσιάζουν καθυστερήσεις, αναπηρίες ή διαταραχές στη γενικότερη ψυχοσωματική κατάσταση ή στις επιμέρους λειτουργίες τους και σε βαθμό που δυσκολεύεται ή παρεμποδίζεται σοβαρά η παρακολούθηση της γενικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης» (1143, άρθρ. 2, παρ.1). Στον 1566 αυτό το σημείο του νόμου παραμένει αυτούσιο, μεταφρασμένο μόνο στη δημοτική, με αλλαγή του όρου που χρησιμοποιείται (Άτομα με ειδικές ανάγκες) και προσθήκη της διάταξης «η δυσκολία να ενταχθούν στην παραγωγική διαδικασία και της αλληλοαποδοχής με το κοινωνικό σύνολο» (1566, άρθ. 32, παρ. 2).

Στον 2817 «άτομα με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» θεωρούνται όσοι «έχουν σημαντική δυσκολία μάθησης και προσαρμογής εξαιτίας σωματικών, διανοητικών, ψυχολογικών, συναισθηματικών και κοινωνικών ιδιαιτεροτήτων» (2817, άρθρ. 1, παρ. 1).

Ο νόμος 3699 αναφέρεται σε «μαθητές» και όχι σε «άτομα», όρο που χρησιμοποιούσαν οι προηγούμενοι νόμοι. Ακόμη προσθέτει: α) τις δυσκολίες της μάθησης για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα της σχολικής ζωής, και β) λέξη «αναπηρία» με αποτέλεσμα να χρησιμοποιεί πλέον ο όρος «μαθητές με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες», για όσους, η διαδικασία σχολικής προσαρμογής και μάθησης επηρεάζεται εξαιτίας των «αισθητηριακών, γνωστικών, αναπτυξιακών προβλημάτων, και νευροψυχικών διαταραχών» (3699, άρθρ.3, παρ.1).

Η διαμόρφωση της νομοθεσίας

Υπάρχουν φραστικές αλλαγές αν συγκρίνουμε το τελικό κείμενο του 1143 με τα νομοσχέδια. Πρώτον άλλαξε ο όρος από «μειονεκτούντα άτομα» σε «άτομα αποκλίνοντα εκ του φυσιολογικού». Δεύτερον στα αρχικά σχέδια «μειονεκτούντα άτομα θεωρούνται τα νήπια, οι παίδες, οι έφηβοι…», ενώ στο νόμο τα «πρόσωπα που…». Τέλος ενώ στα πρώτα σχέδια νόμου αναφέρεται «ή παρακωλύοντα σοβαρώς την ύπ΄ αυτών παρακολούθηση της παρεχομένης εις τα φυσιολογικά άτομα γενικής ή επαγγελματικής εκπαιδεύσεως …» στο σχέδιο νόμου που κατατέθηκε και το νόμο έγινε «εις τα κανονικά άτομα».

Στη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής ο εισηγητής της μειοψηφίας (Δ. Παπαδημητρίου – ΠΑΣΟΚ), πρότεινε τη δημιουργία επιτροπής, η οποία θα καταγράψει τα «αποκλίνοντα του φυσιολογικού άτομα», όπως αυτά ορίζονται από το νόμο, επικαλούμενος το γεγονός ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για τον ακριβή αριθμό και τις κατηγορίες των ΑΜΕΑ (Πρακτικά της Βουλής, Συνεδρίαση Μ΄, 1-12-1980, σ.σ. 1869). Με την πρόταση του συμφώνησαν και οι βουλευτές (Μπαντουβάς, Κ., (ΕΔΗΚ), Χατζοπλάκης, Ηλ., – ΠΑΣΟΚ).

Η βασική παρατήρηση του ΚΚΕ (Μ. Δαμανάκη) σε αυτό το άρθρο αφορά την διατύπωση στο τέλος της πρώτης παραγράφου «αυτοδύναμον κοινωνικήν ένταξην». Για το ΚΚΕ η διατύπωση είναι λάθος, γιατί αυτό είναι δυνατό μόνο εάν τύχουν τα «προβληματικά παιδιά» ειδικής εκπαίδευσης και η κυβέρνηση πάρει όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα (Πρακτικά της Βουλής, Συνεδρίαση Μ΄, 1-12-1980, σ.σ.1886-1887).

Απαντώντας ο υφυπουργός κ. Β. Κοντογιαννόπουλος απέρριψε την πρόταση του εισηγητή της μειοψηφίας για τη δημιουργία επιτροπής καταγραφής λέγοντας ότι αυτό αποτελεί μία από τις αρμοδιότητες και ένα από τα καθήκοντα των υπηρεσιών του ΥΠΕΠΘ. (Πρακτικά της Ολομέλειας της Βουλής, Συνεδρίαση Μ΄, 1-12-1980, σ.σ.1891-1892).

Δεν υπάρχουν διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα σχέδια νόμου του 1566 και το νόμο για το συγκεκριμένο ζήτημα, ούτε έγινε κάποια αναφορά στη συζήτηση στην Γ΄ Κοινοβουλευτική Επιτροπή.

Μικρές λεκτικές διαφοροποιήσεις υπάρχουν ανάμεσα στα σχέδια νόμου του 2817 και το κείμενο του νόμου. Το βασικό περιεχόμενο της παραγράφου παραμένει ίδιο.

Στη συζητήσεις στη ΔΕΜΥ και την Ολομέλεια της Βουλής, για τον 2817, ελάχιστη ήταν η συζήτηση για το «ποιοι θεωρούνται άνθρωποι με ειδικές ανάγκες». Στη ΔΕΜΥ ο εισηγητής της πλειοψηφίας (Π. Κατσιλιέρης, ΠΑΣΟΚ) δεν αναφέρθηκε καν στο θέμα. Ο εισηγητής της μειοψηφίας (Γ. Αλεξόπουλος – Ν. Δ.) αφού χώρισε τα ΑΜΕΑ σε τρεις μεγάλες κατηγορίες (άτομα με μη ειδικές μαθησιακές δυσκολίες, άτομα με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες, άτομα με διαταραχές διασπαστικής συμπεριφοράς) διαφώνησε με τον όρο «ιδιαιτερότητες» και πρότεινε τους όρους «δυσλειτουργία, μαθησιακή δυσκολία, οργανική ή λειτουργική ανεπάρκεια», δηλώνοντας ότι αυτό δεν είναι αντίθετο προς την αποκατηγοριοποίηση των ΑΜΕΑ αλλά συμβατό και έχει σαφή αναφορά στην παθολογία της εκπαίδευσης. Οι εισηγητές από τα κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης (ΚΚΕ, ΣΥΝ, ΔΗΚΚΙ) δεν αναφέρθηκαν στο θέμα.

Διαφορές παρατηρούνται ανάμεσα στο κείμενο του 3699 και τα σχέδια νόμου που δόθηκαν στη δημοσιότητα. Ο διαχωρισμός (σημαντική δυσκολία μάθησης ή σοβαρά προβλήματα προσαρμογής) και η λέξη «ιδιαιτεροτήτων» που αναφέρονται στο πρώτο σχέδιο δεν υπάρχουν στο κείμενο του νόμου. Οι μαθητές που έχουν μία ή περισσότερες νοητικές ικανότητες και ταλέντα δεν χαρακτηρίζονται σε αυτό το σχέδιο ως μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες αλλά ως μαθητές που μπορεί να τύχουν ειδικής εκπαιδευτικής μεταχείρισης με εξατομικευμένα προγράμματα εκπαίδευσης. Στο πρώτο σχέδιο αναφέρεται ότι οι μαθητές με προβλήματα μάθησης και προσαρμογής τα οποία δεν οφείλονται πρωτογενώς στη ίδια την ανάπτυξη του παιδιού δε συγκαταλέγονται στους μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Στα επόμενα σχέδια παρουσιάζονται λιγότερες διαφορές. Η πιο σημαντική απ’ όλες αφορά τα παιδιά με «ταλέντα». Η νομοθετική ρύθμιση που αφορά τους «μαθητές με σύνθετες γνωστικές, συναισθηματικές και κοινωνικές δυσκολίες, παραβατική συμπεριφορά λόγω κακοποίησης, γονεϊκής παραμέλησης και εγκατάλειψης ή λόγω ενδοοικογενειακής βίας, ανήκουν στα άτομα με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες», παρουσιάζεται μόνο στο σχέδιο νόμου που κατατέθηκε. Ίσως μπορεί να βγει το συμπέρασμα ότι οι διατάξεις για τα λεγόμενα «χαρισματικά» παιδιά και τους μαθητές με σύνθετες δυσκολίες ήταν από τη μια αποτέλεσμα αντιδράσεων και από την άλλη αποτέλεσμα πιέσεων διαφόρων φορέων προς την κυβέρνηση.

Για την κ. Δραγώνα (ΠΑΣΟΚ), με το άρθρο 3 του νομοσχεδίου η αναπηρία προσεγγίζεται με βάση την ελλειμματική της διάσταση και όχι με την κοινωνική της διάσταση, η οποία είναι προϊόν της αλληλεπίδρασης των ατομικών με τα κοινωνικοεκπαιδευτικά χαρακτηριστικά (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 3η, 27-8-2008, σ.σ. 5-6).

Τα υπόλοιπα κόμματα και η κυβέρνηση δεν ασχολήθηκαν με αυτό το θέμα.

Το πρώτο που μπορεί να παρατηρήσουμε από τα όσα αναφέραμε πιο πριν είναι η επικέντρωση στο άτομο. Οι δυσκολίες, η αναπηρία, οι ιδιαιτερότητες, δεν έχει καμία σημασία ο όρος, είναι αποτέλεσμα της απόκλισης, της καθυστέρησης, των σωματικών ή άλλων ιδιαιτεροτήτων, ή των αισθητηριακών, γνωστικών ή νευροψυχικών διαταραχών του ατόμου, οι οποίες δυσκολεύουν ή παρεμποδίζουν, ή επηρεάζουν την διαδικασία μάθησης. Η ευθύνη για τις δυσκολίες, το ταλέντο, και την παράβαση ανήκει στο άτομο.

Μπορούμε, επομένως, να συμπεράνουμε ότι: α) η προσέγγιση γίνεται με βάση το ατομικό μοντέλο, η ιατρική συνιστώσα υποχωρεί, ακυρώνοντας τα όσα υποστηρίζουν οι κυβερνήσεις για το ενταξιακό μοντέλο και β) παρουσιάζεται το φαινόμενο της σύνθεσης της ατομικής προσέγγισης με πλευρές της ένταξης και της ενσωμάτωσης. Το άτομο έχει την ευθύνη για την προσαρμογή, την ένταξη ή την ενσωμάτωση του. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τα εξατομικευμένα προγράμματα, μέσω των οποίων ο ανάπηρος μαθητής πρέπει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του Γενικού Σχολείου, χωρίς αλλαγές στο πρόγραμμα του σχολείου. Αν δεν τα καταφέρει η ευθύνη ανήκει πάλι σε αυτόν, αφού δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τις ίσες ευκαιρίες που του προσφέρει το εκπαιδευτικό σύστημα. Επομένως το παιδί εντάσσεται στις τάξεις του γενικού σχολείου φέρνοντας την ευθύνη για την τυχόν αποτυχία του.