Ελάχιστες αναφορές στα ζητήματα της Ε.Α. έκανε ο πρόεδρος τη Ομοσπονδίας Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης (στο εξής ΟΛΜΕ) κ. Ν. Τσούλιας. Πρόλαβε όμως με αυτές να πει «απίστευτα» πράγματα. Αφού τόνισε ότι κανείς δεν έχει αντίρρηση στην ενσωμάτωση της διαδικασίας αυτών των παιδιών στους θεσμούς της εκπαίδευσης, ανέφερε ότι το ζήτημα των ίσων ευκαιριών που τίθεται στους άλλους θεσμούς εκπαίδευσης, δεν μπορεί να τεθεί με τον ίδιο τρόπο και στην Ε. Α. γιατί εκεί εκτός από τις κοινωνικές υπάρχουν και οι βιολογικές ανισότητες και από τη στιγμή που υπάρχουν αυτές οι ανισότητες, δεν μπορεί να υπάρχουν ίσες ευκαιρίες, ούτε μπορεί με τη λογική να φύγουμε από τα Ειδικά Σχολεία, να δημιουργούμε εκ των πραγμάτων Ειδικά Σχολεία μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα. Το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του το αφιέρωσε στις υπόλοιπες διατάξεις του νομοσχεδίου, γιατί όπως ανέφερε αυτές απασχολούν περισσότερο την ΟΛΜΕ (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 2η, 9-2-2000, σ.σ. 4062-4064).
Στα ζητήματα του ΕΕΠ αναφέρθηκε ο πρόεδρος του Συλλόγου Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού Ειδικής Αγωγής (στο εξής ΣΕΕΠΕΑ) κ. Δ. Παπαευθυμίου, ο οποίος αφού συμφώνησε με το περιεχόμενο του νομοσχεδίου, έκανε μια σειρά συμπληρωματικές προτάσεις και διαφώνησε μόνο σε επιμέρους ζητήματα, όπως ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η επιμόρφωση και η μη διεύρυνση των τυπικών προσόντων που αφορούν τις ειδικότητες. Οι προτάσεις που έκανε ο κ. Παπαευθυμίου αφορούσαν τη δημιουργία θέσεων σχολικών συμβούλων για το ΕΕΠ, και τη διδασκαλία της Ελληνικής Νοηματικής σε ηλικία μικρότερη των 5 ετών. Απαντώντας στις ερωτήσεις μελών της ΔΕΜΥ τόνισε ότι η «συνεργασία των εκπαιδευτικών, του διδακτικού προσωπικού με το ειδικό εκπαιδευτικό προσωπικό μπορεί να έχει άριστα αποτελέσματα… τα ειδικά σχολεία είναι φορείς γενικότερης εκπαίδευσης και της ανάπτυξης των παιδιών… και το ειδικό εκπαιδευτικό προσωπικό έχει να παίξει το δικό του ρόλο» (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 2η,, 9-2-2000, σ. σ. 4072-4076).
Ο πρόεδρος Εργαζομένων Εθνικού Ιδρύματος Κωφών κ. Μ. Γιωγάκας μίλησε ελάχιστα και πρότεινε μόνο να υπαχθεί το ΕΙΚ στην αρμοδιότητα, τον έλεγχο και την εποπτεία του ΥΠΕΠΘ (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 2η, 9-2-2000, σ. σ. 4077).
Ο κ. Χρ. Αλεξίου, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Προστασίας Αυτιστικών Ατόμων (στο εξής ΕΕΠΑΑ), ήταν ο τελευταίος που μίλησε για τα ζητήματα της Ε.Α., και αναφέρθηκε σε δύο ζητήματα. Πρώτον ζήτησε να συμπληρωθεί η βασική αρχή του νομοσχεδίου, δηλ. η ενσωμάτωση, σχολική και κοινωνική, στην παραγωγική διαδικασία, με την εξ’ ίσου, όπως ανέφερε, βασική αρχή, που αφορά την εκπαίδευση των ατόμων με νοητική υστέρηση, με αυτισμό και πολλαπλές αναπηρίες, τα οποία «δεν μπορούν να πάνε ούτε στο κανονικό σχολείο σε πλήρη ενσωμάτωση ούτε στο ειδικό σχολείο ούτε σε οποιαδήποτε μορφή παραγωγικής διαδικασίας» και ζήτησε να συμπληρωθούν οι σχετικές ρυθμίσεις του νομοσχεδίου. Δεύτερο ζήτησε να επεκταθεί η πρόβλεψη για εξειδίκευση των εκπαιδευτικών και στα αυτιστικά άτομα (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 2η, 9-2-2000, σ. σ. 4077-4079).
Για το βουλευτή του ΠΑΣΟΚ κ. Κ. Σπυριούνη, το νομοσχέδιο είναι στηριγμένο σε γενικές αρχές όπως: α) η αρχή της διαφορετικότητας, β) η αρχή των ίσων ευκαιριών και γ) η αρχή της απαίτησης για εξειδικευμένη εκπαίδευση, καθορίζει μία σειρά από διατάξεις που καθιστούν πιο γόνιμη και πιο παραγωγική την εκπαίδευση των ΑΜΕΑ. Βασικό στοιχείο αυτών των διατάξεων αποτελεί η επιδίωξη για σχολική, κοινωνική και εκπαιδευτική ενσωμάτωση. Οι στόχοι του νομοσχεδίου προσδιορίζονται από: α) την ευθύνη του σχολείου για την εκπαίδευση της κάθε ειδικής κατηγορίας, β) την εφαρμογή των προγραμμάτων και των μεθόδων διδασκαλίας και γ) την επιδίωξη καλύτερων αποτελεσμάτων για την πολύπλευρη ενσωμάτωση των ΑΜΕΑ στο σχολείο, στο περιβάλλον και την κοινωνία. Όλα αυτά σύμφωνα με το βουλευτή του ΠΑΣΟΚ εναρμονίζουν τη νομοθεσία της Ελλάδας με αυτή της Ε. Ε. και βελτιώνουν το εκπαιδευτικό περιβάλλον (Πρακτικά της Βουλής, Συνεδρίαση της 22-2-2000, σ. σ. 4401-).
Για την βουλευτή του ΣΥΝ κ. Ν. Λουλέ, η απαίτηση όλων των φορέων είναι η στήριξη των παιδιών με ειδικές ανάγκες και των οικογενειών τους μέσα και έξω από το σχολείο ώστε να γίνονται πλήρως αποδεκτά και η διαμόρφωση τέτοιων συνθηκών στην κοινωνία για την πλήρη αποδοχή τους, ιδιαίτερα από τα συνομήλικά τους παιδιά. Πρότεινε: α) να γίνει καταγραφή και κάλυψη των ιδιαίτερων αναγκών όλων των ΑΜΕΑ σε συνεργασία με την οικογένεια, β) την αναβάθμιση και την αύξηση των μονάδων ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης ανά την Ελλάδα και γ) τη στελέχωσή τους με εξειδικευμένο προσωπικό (Πρακτικά της Βουλής, Συνεδρίαση της 22-2-2000, σ.σ. 4402-4403).
Για το βουλευτή κ. Π. Κουρουμπλή, (ΠΑΣΟΚ), το νομοσχέδιο είναι ιδιαίτερης πολιτικής και κοινωνικής σημασίας. Οι διατάξεις του επιχειρούν μία σοβαρή παρέμβαση στην οργάνωση του νέου εκπαιδευτικού συστήματος για τα ΑΜΕΑ και στην ίδια τη νομοθεσία της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Οι προτάσεις του κ. Κουρουμπλή ήταν: α) να τεθεί χρονοδιάγραμμα για την υλοποίηση των Υ. Α. και των Π. Δ., β) να θεσμοθετηθεί η πρόωρη διάγνωση και παρέμβαση και γ) να γίνει αύξηση των θέσεων των δασκάλων κινητικότητας (Πρακτικά Ολομέλειας της Βουλής, Συνεδρίαση της 22-2-2000, σ. σ. 4404- 4405).
Η κυβέρνηση (Γ. Αρσένης – Υπουργός) απάντησε ότι το νομοσχέδιο είναι μία από τις σημαντικότερες νομοθετικές ρυθμίσεις της Βουλής γιατί η σημασία του ξεπερνάει τα όρια της παιδείας σε στενή έννοια και έχει επιπτώσεις στην ίδια τη δομή της κοινωνίας και στο περιβάλλον της ίδιας της παραγωγής (Πρακτικά της Βουλής, Συνεδρίαση της 22-2-2000, σ. σ.4405), και ένα νομοσχέδιο (Ι. Ανθόπουλος – Υφυπουργός) ευαίσθητου ρεαλισμού, συνέχειας που κτίζει πάνω στα θετικά του παρελθόντος, ανανέωσης, εκσυγχρονισμού και βασικών τομών στον ευαίσθητο χώρο της Ε. Α., το οποίο προέκυψε μετά από επίπονο και μακροχρόνιο διάλογο τόσο με τους εμπλεκόμενους κοινωνικούς φορείς όσο και με τα κόμματα, τα οποία ενώ συμφωνούν με τη βασική φιλοσοφία και με τις βασικές αρχές του νομοσχεδίου, το απορρίπτουν αναζητώντας άλλοθι στις λοιπές διατάξεις του νομοσχεδίου
Η αύξηση του παγκόσμιου ποσοστού των ΑΜΕΑ (7%), το οποίο στην Ελλάδα είναι περίπου στο 5% και η αύξηση του βαθμού ευαισθητοποίησης των κοινωνιών των πολιτισμένων χωρών οδήγησε, σύμφωνα με τον Υφυπουργό, την ελληνική κοινωνία στην προσπάθεια για οικονομική και κοινωνική ένταξη των ατόμων αυτών στο χώρο της παραγωγής, από τη δεκαετία του 1970 και κυρίως από τη δεκαετία του 1980 και προκάλεσε διαφορετικές αντιδράσεις, αφ’ ενός μεν τη δυναμική διεκδίκηση της ενεργού παρουσίας και συμμετοχής αυτών των ατόμων στη διαδικασία της παραγωγής και αφ’ ετέρου μία μερική και υπολανθάνουσα αντίδραση των άλλων ατόμων για την απώλεια θέσεων εργασίας από ΑΜΕΑ που δεν εξυπηρετούν τη βασική προϋπόθεση της παραγωγικότητας (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 1η, 9-2-2000, σ. σ. 4008-4015).
Η βασική θεωρητική και ιδεολογική προσέγγιση πάνω στην οποία στηρίζεται το νομοσχέδιο είναι, σύμφωνα με τον Υπουργό Παιδείας, η ένταξη των παιδιών με ειδικές ανάγκες σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, από την οποία απορρέουν: α) η υποχρέωση της πολιτείας να εξοπλίσει τα παιδιά με τα απαραίτητα εφόδια και προσόντα για να μπορούν να εκφράσουν την προσωπικότητά τους, να εκφραστούν μέσα από την ενασχόλησή τους και να μπορούν να είναι χρήσιμοι πολίτες και στο χώρο της παραγωγής και στην κοινωνική ζωή και β) η απαίτηση από το κοινωνικό περιβάλλον να μεταβληθεί και να προσαρμοστεί για να ενσωματώσει μέσα στη ζωή του και τα άτομα με ειδικές ανάγκες, που μπορεί να είναι άτομα με ειδικές ανάγκες αλλά είναι και άτομα με ειδικές δυνατότητες. Τέλος, εκτός όλων των άλλων, σύμφωνα με τον Υπουργό το νομοσχέδιο έρχεται να εκσυγχρονίσει το χώρο της Ε. Α. και να τον φέρει στην ίδια μοίρα με τις άλλες χώρες της Ευρώπης, αποτελώντας συνέχεια του 1566, ο οποίος έφερε τη μεγάλη διαφορά στη φιλοσοφική προσέγγιση του θέματος. Για τον Υπουργό, εκτός από την αλλαγή στη νομοθεσία, υπάρχουν πια και αλλαγές στην κοινωνία, η οποία είναι πια έτοιμη να δεχτεί την ανάγκη της ενσωμάτωσης των ΑΜΕΑ στην κοινωνική και πνευματική ζωή και στο χώρο της παραγωγής (Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση της 22-2-2000, σ. σ. 4405-4407).
Οι καινοτομίες που εισάγει το νομοσχέδιο σε σχέση με το παρελθόν, είναι σύμφωνα με τον υφυπουργό, οι παρακάτω: α) ο βασικός στόχος και το θεμέλιο του νομοσχεδίου η υιοθέτηση της αντίληψης της σχολικής ενσωμάτωσης των μαθητών με ειδικές ανάγκες, μέσω της οποίας πραγματοποιείται η εναρμόνιση με τη «διεθνή πρακτική των πολιτισμένων κρατών». Η Ελλάδα είναι από τις τελευταίες χώρες που υιοθετεί την αρχή, ότι η «εκπαιδευτική και παιδαγωγική αλληλεπίδραση ανάμεσα στα παιδιά και στους μαθητές με ειδικές ανάγκες είναι εκείνη που συμβάλλει στη διαμόρφωση των προσωπικοτήτων τους, αφού αποτελεί προθάλαμο της κοινωνίας και διευκολύνει τη μετέπειτα κοινωνική ένταξή τους. Αυτό το βασικό θέμα λύνει ο εκπαιδευτικός συγχρωτισμός των ατόμων με ειδικές ανάγκες με τα άλλα άτομα», β) η προσαρμογή του εκπαιδευτικού συστήματος στις ιδιαίτερες ανάγκες των μαθητών, με την εφαρμογή σύγχρονων, ειδικά προσαρμοσμένων, προγραμμάτων. Η αποδοχή της αρχής της σχολικής ενσωμάτωσης δεν μπορεί να παραβλέψει ότι για κάποιους πρέπει να γίνουν ειδικές εξαιρέσεις, ακόμη και αν χρειασθεί να φθάσουμε στο επίπεδο της εξατομικευμένης εκπαίδευσης και γ) η αναγνώριση της Ελληνικής Νοηματικής ως γλώσσας των κωφών – βαρήκοων, η οποία λύνει μια μακρόχρονη αντιδικία στο χώρο της εκπαίδευσης των κωφών και βαρήκοων.
Τέλος σύμφωνα με τον υφυπουργό η ίδρυση διοικητικών κέντρων που ρυθμίζουν τη λειτουργία του νέου συστήματος, η εξασφάλιση των υλικοτεχνικών υποδομών, η αποκέντρωση του συστήματος, η μετεκπαίδευση και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών είναι μερικά από τα σημεία που αντιμετωπίζονται με το νέο νόμο (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 1η, 9-2-2000, σ.σ. 4008-4015). Το σχέδιο νόμου έγινε δεκτό επί της αρχής, επί των άρθρων και στο σύνολο κατά πλειοψηφία.
Ο νόμος 31942003 με τίτλο «Ρύθμιση εκπαιδευτικών θεμάτων και άλλες διατάξεις», αποτελείται από διατάξεις που αφορούν πολλά ζητήματα της εκπαίδευσης. Οι αναφορές στην Ε. Α. αποτελούν μόνο ένα μέρος του νόμου, (2 άρθρα), και είναι επόμενο να μην κάνουμε ιδιαίτερες αναφορές στη συνολική φιλοσοφία του νόμου. Θεωρούμε, όμως, χρήσιμο να αναφέρουμε τα όσα δήλωσε ο εισηγητής της πλειοψηφίας και τα οποία μπορούν να μας ξεκαθαρίσουν ποια είναι η συνολική φιλοσοφία που διέπει τις διατάξεις του νόμου αλλά και άλλων νομοσχεδίων, όπως ο 2525. Σύμφωνα με τον εισηγητή της πλειοψηφίας κ. Χ. Σμυρλή – Λιακατά, (ΠΑΣΟΚ), «το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβόνας το Μάρτιο του 2000 και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Στοκχόλμης το 2001 δημιουργούν ένα πλαίσιο το οποίο υποχρεώνει -αν θέλετε- και επιταχύνει τις διαδικασίες τις οποίες η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και το Υπουργείο Παιδείας με συγκεκριμένους νόμους έχουν υλοποιήσει και υλοποιούν, στα πλαίσια της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, στα πλαίσια της αξιολόγησης του έργου της εκπαιδευτικής κοινότητας, στα πλαίσια της ανάπτυξης τεχνικών και κοινωνικών δεξιοτήτων, στα πλαίσια της εξασφάλισης πρόσβασης στις νέες τεχνολογίες, στα πλαίσια της ανάπτυξης πολιτικών για τη διά βίου μάθηση» (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 1η, 14-10-2003, σ. σ. 133-135), ή «Η σύνοδος των σαράντα Υπουργών Παιδείας τον τελευταίο Σεπτέμβρη στο Βερολίνο προχώρησε ακόμα ένα βήμα τη διαδικασία που ξεκίνησε στη Μπολόνια το 1999 και που ακούσει στο όνομα Εκπαιδευτική Σύγκλιση και Δημιουργία Ενιαίου Ευρωπαϊκού Χώρου Ανωτάτης Εκπαίδευσης. Στόχος η ποιοτική αναβάθμιση των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων ώστε να γίνουν ανταγωνιστικά με τα αντίστοιχα των Ηνωμένων Πολιτειών το αργότερο μέχρι το 2010» (Πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση ΙΔ΄, 29-10-2003, σ. σ. 468-470).
Για τον εισηγητή της μειοψηφίας κ. Σ. Ταλιαδούρο (Ν. Δ.) το νομοσχέδιο , απαρτίζεται από σκόρπιες διατάξεις χωρίς συνολική φιλοσοφία και αποτελεί «ένα ακόμα δείγμα της απουσίας σοβαρού, αξιόπιστου και μακροχρόνιου σχεδιασμού από την κυβέρνηση» (Πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση ΙΔ΄, 29-10-2003, σ. σ. 470-471). Για τον ειδικό αγορητή του ΚΚΕ, κ. Γ. Χουρμουζιάδη, το νομοσχέδιο δεν έχει κάποια αρχή ή κάποια συνολική φιλοσοφία, για να μπορέσει κανείς να μιλήσει γι’ αυτά. Ειδικότερα για την Ε. Α. η έλλειψη συνοχής και φιλοσοφίας που υπάρχει σε ολόκληρο το νομοσχέδιο παρουσιάζεται και στο άρθρο 2. Εξ’ αιτίας αυτών των ελλείψεων δεν λύνονται, ούτε τα προβλήματα ανάμεσα στα ΚΔΑΥ, στις ΣΜΕΑ και τα ΕΕΕΕΚ, ούτε οι διαφορές ανάμεσα στους ειδικούς. Η απουσία κάθε συζήτησης για τις ΣΜΕΑ, και τα ΕΕΕΕΚ, η αύξηση των θέσεων στα ΚΔΑΥ χωρίς την ταυτόχρονη αναβάθμιση των ΣΜΕΑ, οδηγούν, σύμφωνα με τον κ. Χουρμουζιάδη, στο συμπέρασμα ότι το συγκεκριμένο άρθρο μπορεί να ρυθμίζει κάποια προβλήματα, αλλά δεν λύνει το πρόβλημα της Ε. Α., το οποίο θα υπάρχει και μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 1η & 3η, 14, 15-10-2003, σ. σ. 136 & 153 & Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΙΔ΄, 29-10-2003, σ. σ. 471-473).
Για την ειδική αγορήτρια του ΣΥΡΙΖΑ κ. Α. Ξηροτύρη – Αικατερινάρη, το νομοσχέδιο αποτελεί μία αποσπασματική προσπάθεια και δεν υπάρχει μία επί της αρχής κατεύθυνση στις διατάξεις του (Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΙΔ΄, 29-10-2003, σ.σ. 473-475).
Από τους φορείς μόνο οι εκπρόσωποι των εργαζομένων στην Ε. Α. (Δ. Παπαευθυμίου & Μ. Ευσταθίου) παρουσίασαν τις απόψεις τους στη ΔΕΜΥ, οι οποίοι, όμως, δεν αναφέρθηκαν καθόλου στη συνολική φιλοσοφία του νόμου, αλλά παρουσίασαν τις απόψεις τους για τα άρθρα, 2 & 3 του σχεδίου νόμου, τις οποίες θα τις παρουσιάσουμε στις σχετικές θεματικές περιοχές.
Η κυβέρνηση (Ν. Γκεσούλης – Υφυπουργός), απάντησε ότι το νομοσχέδιο δεν καταθέτει μια νέα πολιτική για την εκπαίδευση αλλά ρυθμίζει και βελτιώνει την ήδη υπάρχουσα πολιτική, η οποία, όμως, πρέπει να προσαρμοστεί στην νέα εποχή της γνώσης, της πληροφορίας και των νέων τεχνολογιών, στην οποία δεν αρκούν μόνο οι οικονομικοί δείκτες, αλλά χρειάζεται και το μορφωτικό φορτίο. Η ίδια λογική υπάρχει και στα άρθρα για την Ε. Α., με τα οποία δίνονται λύσεις σε προβλήματα διαχείρισης που ανακύπτουν από την εφαρμογή του 2817 (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 3η, 14-10-2003, σ. σ. 157-160 & Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΙΔ΄, 29-10-2003, σ.σ. 480-482).
Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε επί της αρχής, επί των άρθρων και στο σύνολο του μόνο από την κυβερνητική πλειοψηφία.
Το νομοσχέδιο με τίτλο «Ειδική αγωγή και εκπαίδευση ατόμων με αναπηρία ή με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» κατατέθηκε στη Βουλή την 1-8-2008. Μέχρι την ψήφιση του στις 9-9-2008, όπου έγινε δεκτό κατά πλειοψηφία επί της αρχής, επί των άρθρων και στο σύνολο, συζητήθηκε σε 4 συνεδριάσεις της ΔΕΜΥ, και 3 συνεδριάσεις της Ολομέλειας της Βουλής.
Τη συζήτηση άνοιξε η εισηγήτρια της πλειοψηφίας (Ε. Ράπτη – ΝΔ.), οποία δήλωσε ότι πρόθεση της κυβέρνησης είναι να παρουσιάσει ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο συμβατό με τις διεθνείς συμβάσεις, τα πιστοποιημένα παγκόσμια μοντέλα διαχείρισης ειδικής εκπαίδευσης και την ευρωπαϊκή στρατηγική. Επιλογή της κυβέρνησης, τόνισε, ήταν όλες οι νομοθετικές προτάσεις να αποτελούν αποκλειστικό αντικείμενο ενός νόμου, με αναφορά σε όλα τα θέματα της ΕΑΕ.
Το νομοσχέδιο, για την εισηγήτρια, αποτελεί το θεσμικό περίβλημα, πρώτον, της συμμετοχής των μαθητών με αναπηρία στο γενικό πλαίσιο της εκπαίδευσης και δεύτερον των πολλών οργανωτικών και λειτουργικών αλλαγών στο υφιστάμενο σύστημα ΕΑΕ. Στηρίζεται σε τρεις κεντρικούς πυλώνες: α) τη θεσμοθέτηση του υποχρεωτικού χαρακτήρα της ΕΑΕ, η οποία αποτελεί με αυτό τον τρόπο αναπόσπαστο μέρος της δωρεάς δημόσιας παιδείας, β) την κατάργηση των ελάχιστων και μέγιστων ηλικιακών ορίων για την παροχή υπηρεσιών ΕΑΕ τόσο στις υπηρεσίες πρώιμης παρέμβασης στην προσχολική ηλικία όσο και στη διαρκή επαγγελματική κατάρτιση και γ) την εκπαιδευτική καθημερινότητα των μαθητών με αναπηρία, δηλ. τις αναγκαίες υποδομές και εγκαταστάσεις, το εκπαιδευτικό υλικό, την εισαγωγή της τεχνολογίας και το εξειδικευμένο διδακτικό προσωπικό.
Ένα άλλο σημαντικό σημείο του νόμου, με βάση το οποίο επανασχεδιάζεται η συνολική δομή της ΕΑΕ είναι η θεσμοθέτηση της προσβασιμότητας των ατόμων με αναπηρία στην εκπαιδευτική διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει τις παρεμβάσεις που απαιτούνται: α) για τις σχολικές υποδομές, β) για τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας, ως εργαλείο μάθησης, γ) για τη στελέχωση των ΣΜΕΑ με εξειδικευμένο διδακτικό προσωπικό και δ) για τη χρήση σύγχρονων εκπαιδευτικών βοηθημάτων (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 1η, 26-08-2008, σ. σ. 4-8). Τα ίδια, προσθέτοντας ελάχιστες πολιτικές κορώνες, επανέλαβε και κατά τη διάρκεια της συζήτησης στην Ολομέλεια της Βουλής.
Για την εισηγήτρια της μειοψηφίας κ. Θ. Δραγώνα, (ΠΑΣΟΚ), η προσέγγιση που είναι κυρίαρχη στην Ελλάδα είναι η ιατροκλινική, η οποία θεωρεί ακόμη το πρόβλημα ατομικό, σχετικό με τους περιορισμούς που επιβάλλει η αναπηρία, η οποία παραγνωρίζει ότι: α) τα προβλήματα των ανάπηρων εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη συμπεριφορά αλλά και τα εμπόδια του περιβάλλοντος και β) η αναπηρία, εκτός από ατομικό πρόβλημα, είναι και ζήτημα κοινωνικό και πολιτικό.
Η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να εναρμονιστεί με την ευρωπαϊκή πολιτική, κύριο στοιχείο της οποίας είναι η μετατόπιση της ευθύνης για την παροχή εκπαίδευσης στα παιδιά με αναπηρία στο γενικό σχολείο, ως συνέπεια της διακήρυξης της Salamanca το 1994, η οποία υποστηρίζει ότι τα προσανατολισμένα στην ένταξη γενικά σχολεία παρέχουν αποτελεσματικότερη εκπαίδευση και βελτιώνουν την αποτελεσματικότητα όσο και το λόγο κόστους – αποτελεσματικότητας ολόκληρου του εκπαιδευτικού συστήματος.
Το μεγάλο πρόβλημα του νομοσχεδίου, σύμφωνα με την κ. Δραγώνα, είναι η αναντιστοιχία ανάμεσα στην αρχή της αιτιολογικής έκθεσης του νομοσχεδίου και στο υπόλοιπο μέρος της έκθεσης και στο κείμενο του νόμου, όπου η κατηγοριοποίηση και η αξιολόγηση της αναπηρίας γίνεται με βάση το είδος και το βαθμό της αναπηρίας, αντί της λειτουργικότητας και της συμμετοχής του ατόμου με αναπηρία.
Ένα από τα σημεία, που για την κ. Δραγώνα, θεωρείται κομβικής σημασίας, είναι η εκπαιδευτική ένταξη στο γενικό, παιδαγωγικό και εκπαιδευτικό σύστημα, η οποία: α) εστιάζει στην εξάλειψη των φραγμών για τη συμμετοχή στη μάθηση, β) αποτελεί μέσο για την βελτίωση του τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας του σχολείου και όχι αυτοσκοπό, και γ) αφορά όλους τους μαθητές και όχι μόνο στους μαθητές με αναπηρία.
Το πρώτο βήμα για την ένταξη, κατά την κ. Δραγώνα, έγινε με τον 1566, και το δεύτερο με τον 2817, ο οποίος εκτός των άλλων θεσμοθέτησε τα ΚΔΑΥ, καθιέρωσε την Ελληνική Νοηματική και έδωσε το δικαίωμα να συγκροτούν οι ειδικοί εκπαιδευτικοί και το ΕΕΠ διεπιστημονικές ομάδες, και δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της κυβέρνησης ότι το νομοσχέδιο έρχεται να καλύψει το κενό 30 χρόνων.
Σύμφωνα με την κ. Δραγώνα πρέπει να επανεξεταστούν κομβικά σημεία του νομοσχεδίου που ακυρώνουν τον ενταξιακό χαρακτήρα της εκπαίδευσης, όπως: α) το νομοσχέδιο είναι βασισμένο στο ιατρικό και όχι στο κοινωνικοπολιτικό και εκπαιδευτικό μοντέλο προσέγγισης αναπηρίας, στηρίζει δηλ. την εκπαίδευση στην ιατρική διάγνωση και όχι στην εκπαιδευτική αξιολόγηση και προωθεί έντονα την αρχή της κατηγοριοποίησης. Μια σειρά από ρυθμίσεις σε ορισμένα άρθρα αντιτίθενται στις αρχές και στους σκοπούς, καθώς και στη φιλοσοφία της ένταξης. Οι περισσότερες διατάξεις αφορούν τις ξεχωριστές δομές Ε. Α. και όχι την αναδιαμόρφωση της Γενικής Εκπαίδευσης υπό το πρίσμα της ένταξης. Αν και το νομοσχέδιο προβλέπει ως ένα βαθμό τη βελτίωση και τη στελέχωση των δομών για τις βαριές αναπηρίες, η ύπαρξη των οποίων είναι αναγκαία, απουσιάζει από αυτό η πρόβλεψη και ο στρατηγικός σχεδιασμός για την ανάπτυξη δομών και υπηρεσιών που θα προωθήσουν τη συνεκπαίδευση της μεγάλης μάζας παιδιών με ειδικές ανάγκες και αναπηρίες στο πλαίσιο του Γενικού Σχολείου, β) η αποσιώπηση της κοινωνικοεκπαιδευτικής διάστασης της αναπηρίας αποτελεί κεντρικό πολιτικό έλλειμμα αυτού το νομοσχεδίου. Η αναπηρία θεωρείται ως φυσικό φαινόμενο, ταυτίζεται με τη δυσλειτουργία και συνεπώς κάθε κοινωνική και εκπαιδευτική ανισότητα δικαιολογείται στη βάση της βιολογικής, της φυσικής ανισότητας και αποσιωπάται το γεγονός ότι οι περιορισμοί στη μάθηση και την εξέλιξη δεν προέρχονται μόνο από τη δυσλειτουργία, αλλά από τους τρόπους με τους οποίους το εκπαιδευτικό σύστημα αντιμετωπίζει τα άτομα με την αναπηρία, γ) δεν αναφέρεται πώς θα εφαρμοστούν τα εξειδικευμένα προγράμματα, είτε στη γενική τάξη, είτε στα Τμήματα Ένταξης, ιδιαίτερα στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Αυτό για να γίνει πρέπει να μετατεθεί η έμφαση από την αναπηρία στο αναλυτικό πρόγραμμα του σχολείου, στις δυνατότητες τροποποίησης και στα συστήματα υποστήριξης του αναλυτικού προγράμματος. Αυτό σημαίνει προώθηση μέσα στο γενικό σχολείο της συνδιδασκαλίας, της συνεργατικής και τη διαφοροποιημένης διδασκαλίας, του συνεργατικού μαθησιακού περιβάλλοντος, της συνεκπαίδευσης, έννοιες ξένες στο σημερινό σχολείο που αντιμετωπίζει τους μαθητές ομοιόμορφα με ομοειδείς διδακτικές πρακτικές μέσα σε ομοιογενείς τάξεις, οι οποίες είναι μια φαντασιωτική κατασκευή, γιατί παντού οι μαθητές διαφέρουν μεταξύ τους ως προς την κοινωνικοοικονομική προέλευση, τη γλώσσα, το φύλο, τις επικοινωνιακές, συναισθηματικές και μαθησιακές ανάγκες, τους ρυθμούς μάθησης, τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες. Το ζητούμενο είναι ο μετασχηματισμός του ίδιου του σχολείου, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στη διαφορετικότητα, είτε αυτή εκφράζεται με όρους αναπηρίας και ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών είτε με όρους άλλων κατηγοριών ευάλωτων στον εκπαιδευτικό αποκλεισμό, ένα δημοκρατικό σχολείο που θα θεμελιώνεται στις αρχές της αναγνώρισης και αποδοχής της διαφοράς, της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, δ) αν και αναφέρεται η ΕΑΕ στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, δεν υπάρχουν διατάξεις για τις ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες των φοιτητών, ενώ θα «έπρεπε να προβλεφθούν επιτροπές αξιολόγησης πριν την εγγραφή, υπηρεσίες υποδοχής, ενημέρωσης και συνοδείας, καθώς και συμβουλευτικής σπουδών». Πρότεινε, επειδή η κυβέρνηση απάντησε ότι τα θέματα της Τριτοβάθμιας δεν ρυθμίζονται με το νομοσχέδιο, να απαλειφθεί κάθε αναφορά και ο τίτλος του νόμου να είναι «Ειδική προσχολική, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση ατόμων με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 1η, 26-08-2008, σ. σ. 8-18).
Για την κ. Νικολαϊδου, (ΚΚΕ), το νομοσχέδιο δεν είναι ανεξάρτητο από τις συνολικότερες αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις που επιχειρούνται στο χώρο της παιδείας και της υγείας, όπου επικρατούν οι ιδιωτικοποιήσεις, η υποχρηματοδότηση και η εκπαίδευση, η υγεία και η πρόνοια αντιμετωπίζεται όχι ως αγαθό αλλά ως κόστος. Η κατάθεση του νομοσχεδίου δείχνει ότι το πραγματικό ενδιαφέρον της κυβέρνησης είναι να εφαρμοστούν οι αποφάσεις της Λισσαβόνας και στην Ε. Α. με την εφαρμογή της δια βίου μάθησης και τη γενίκευση της απασχολησιμότητας, γεγονός που συνεπάγεται ότι θα συνεχιστεί η υποβάθμιση της Ε. Α., θα διευρυνθούν οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις του προσωπικού και οι οικογένειες των ΑΜΕΑ θα πληρώσουν μεγαλύτερο κόστος για την εκπαίδευση τους, ενώ μετά στο σχολείο θα καταλήξουν στα διάφορα τα ιδιωτικά επαγγελματικά κέντρα.
Το νομοσχέδιο, κατά την κ. Νικολαΐδου: α) δεν αποτελεί ένα νέο νόμο αλλά είναι προέκταση των προηγούμενων νόμων 2817/2000 και 3194/2003, και των κατευθύνσεων και των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, β) δεν αναγνωρίζει και δεν αντιμετωπίζει ουσιαστικά το εκπαιδευτικό πρόβλημα των παιδιών με ειδικές ανάγκες, γ) δεν βασίζεται σε στατιστικά στοιχεία για τον αριθμό των παιδιών που χρειάζονται Ε.Α., δ) δεν προβλέπει καμία αντικειμενική καταγραφή και ομαδοποίηση, ε) δεν βασίζεται στην αξιολόγηση της μέχρι σήμερα κατάστασης, ούτε επισημαίνει τα θετικά και τα αρνητικά των προηγούμενων νόμων με αποτέλεσμα ο οποιοσδήποτε απολογισμός να γίνεται κατ’ εκτίμηση, στ) δεν αναφέρεται σε κανένα σχεδιασμό ανάλογων δομών με πιστώσεις ενταγμένες στον κρατικό προϋπολογισμό, ζ) δεν προβλέπει τίποτα για την επαγγελματική αποκατάσταση των ΑΜΕΑ, η) αγνοεί την ύπαρξη της ιδιωτικής Ε.Α., με αποτέλεσμα όλο και περισσότερα παιδιά οδηγούνται στα ιδιωτικά κέντρα ειδικής αγωγής και αποκατάστασης και θ) δεν κάνει καμία αναφορά στην ανάγκη συνέχισης της διαδικασίας αποκατάστασης των ΑΜΕΑ μετά το σχολείο.
Για την κ. Νικολαΐδου, παρά τις κάποιες θετικές ρυθμίσεις, παρά τις νομοτεχνικές βελτιώσεις που υπάρχουν σε επιμέρους άρθρα, με το νομοσχέδιο δεν λύνονται ούτε τα προβλήματα του προσωπικού της Ε. Α., ούτε τα προβλήματα της εκπαίδευσης των ΑΜΕΑ και εισάγονται με σειρά αρνητικές διατάξεις, οι οποίες αναιρούν τα όποια θετικά υπάρχουν.
Οι προτάσεις που έκανε ήταν οι παρακάτω: α) η καθιέρωση της ειδικής αγωγής ως υποχρεωτικής και αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν από την ηλικία των τριών χρόνων, β) η απαγόρευση της επιχειρηματικής δράσης στην Ε. Α., γ) η καταγραφή των Α.Μ.Ε.Α. και των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, δ) η καθιέρωση δίχρονης υποχρεωτικής προσχολικής αγωγής και ενιαίο δωδεκάχρονο δημόσιο και δωρεάν βασικό υποχρεωτικό σχολείο, ιδιαίτερα για τυφλά ή κωφά παιδιά, καθώς και για τα παιδιά με βαριά κινητικά προβλήματα, ε) η ειδική εκπαιδευτική μέριμνα για παιδιά με βαριές αναπηρίες και στ) η δημόσια και δωρεάν ανώτατη εκπαίδευση με τις απαραίτητες ρυθμίσεις σχετικά με τη φοίτηση, την τροποποίηση διδασκαλίας και της αξιολόγηση ατόμων με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, Τέλος δήλωσε ότι το ΚΚΕ καταψηφίζει το νομοσχέδιο και ζήτησε την απόσυρση του (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 1η & 3η, 26 & 27-08-2008, σ. σ. 18-24, & 31-42 & Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΚΓ΄, 3-9-2008, σ.σ. 1161-1163).
Για τους αγορητές του ΣΥΡΙΖΑ (Θ. Δρίτσας & Α. Κουράκης) το νομοσχέδιο δεν ικανοποιεί καθόλου τις προσδοκίες του αναπηρικού κινήματος και τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας στο ζήτημα αυτό, ενώ θα μπορούσε να αποτυπωθεί στις διατάξεις του ένα μεγάλο μέρος της εμπειρίας και της γνώσης όλων όσων εμπλέκονται στο χώρο της Ε. Α. Η κυβέρνηση, μέσα από έναν προσχηματικό διάλογο σε σύντομο χρονικό διάστημα, αγνόησε την κριτική και τις προτάσεις των φορέων της Ε.Α., αγνόηση που οδήγησε εκτός των άλλων και στην απαλοιφή από τον τίτλο του νομοσχεδίου της φράσης «διασφάλιση ίσων ευκαιριών» που υπήρχε σε προηγούμενο σχέδιο.
Σύμφωνα με τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ το νομοσχέδιο,: α) στηρίζεται σε μια πολιτική φιλοσοφία, στην οποία δεν υπάÏ