«Μελέτη της μη λεκτικής επικοινωνίας κατά την αλληλεπίδραση ατόμων με και χωρίς αναπηρία όρασης»- Πτυχιακή Εργασία της Λευκοθέας Μπορνούζη- ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ, ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ-μέρος 5ο

Ιούν 19, 2023 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Μελέτη της μη λεκτικής επικοινωνίας κατά την αλληλεπίδραση ατόμων με και χωρίς αναπηρία όρασης»- Πτυχιακή Εργασία της Λευκοθέας Μπορνούζη- ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ, ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ-μέρος 5ο

 

1.3.2      ΜΗ ΛΕΚΤΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

 

Αν και οι άνθρωποι, εκ πρώτης όψεως, επικοινωνούν μόνο λεκτικά, με μια δεύτερη παρατήρηση διαπιστώνει κανείς πως δεν απουσιάζουν και κάποια μη λεκτικά παραγλωσσικά μηνύματα που βοηθούν στην πληρέστερη αποστολή της πληροφορίας από την πλευρά του πομπού προς το δέκτη. Σ’ αυτά συμπεριλαμβάνονται, για παράδειγμα, οι εκφράσεις του προσώπου, οι κινήσεις των χεριών, η στάση του σώματος, ο τόνος της φωνής κι άλλα παρεμφερή (Fussell, 2014). Τα μη λεκτικά σήματα έχουν δυναμικό χαρακτήρα και το άτομο μπορεί να έρθει σε επαφή μαζί τους, όχι απόλυτα κατά την αλληλεπίδραση με τους άλλους, αλλά και σε στιγμές που βρίσκεται μόνο του στο χώρο. Επιπλέον, δεν είναι απαραίτητο να προέρχονται αποκλειστικά από ανθρώπους είτε του οικείου περίγυρου είτε από αγνώστους, αφού μάλιστα ενδέχεται να πηγάζουν από τα ζώα και από φωτογραφίες (Knapp, Hall & Horgan, 2014).

Έχει διατυπωθεί για τη μη λεκτική επικοινωνία ότι υφίστανται τρεις κοινές παραδοχές, οι δύο εκ των οποίων απαντώνται και στη λεκτική επικοινωνία. Πρώτα- πρώτα, δε μπορεί να υπάρξει επικοινωνία αν δε σταλθεί το μήνυμα. Ο αποστολέας θα μεταφέρει στον παραλήπτη ένα ή και περισσότερα μη λεκτικά σήματα, όπως με τις εκφράσεις του προσώπου, ηθελημένα ή άθελά του. Ο σκοπός, σε κάθε περίπτωση, στρέφεται στην ορθή εκφορά της πληροφορίας, ώστε αυτή με τη σειρά της να γίνει άμεσα κατανοητή από το δέκτη. Ορισμένες φορές, η διαδικασία θα είναι επιτυχημένη. Η αποτυχία της μπορεί να οφείλεται είτε στο σφάλμα του αποστολέα είτε του δέκτη είτε και των δύο. Το μήνυμα ενδεχομένως να μην ήταν εκφρασμένο με διαύγεια, καθαρότητα και σαφήνεια ή ο δέκτης του να μη του εξέδωσε την αρμόζουσα προσοχή ή να το παρερμήνευσε.

Η δεύτερη συμφωνία αφορά το δέκτη και το πώς ο ίδιος αντιλαμβάνεται και κατανοεί την πληροφορία. Η τελευταία σχετίζεται με τις προαναφερθείσες, περικλείοντας τη σύνδεση ανάμεσα στους τουλάχιστον δύο συμμετέχοντες της επικοινωνίας. Άλλωστε, για να γίνει πιο ενδιαφέρουσα μια συνομιλία, απαιτείται η χρήση της μη λεκτικής επικοινωνίας από τους συνομιλητές. Ο τρόπος που αυτοί εκφράζονται είναι περισσότερο ζωντανός, καθιστώντας πιο παραστατική την επικοινωνία (Knapp, Hall & Horgan, 2014· Phutela, 2015).

Η ανάπτυξη της μη λεκτικής επικοινωνίας εμφανίζεται από την εμβρυική κιόλας ηλικία. Μιας και μέχρι το τρίτο έτος της ηλικίας του παιδιού, το ίδιο δε μπορεί να απαντήσει στα ερεθίσματα λεκτικά, αξιοποιεί ως εναλλακτική λύση την ανταπόκριση με μη λεκτικά σήματα. Το βρέφος επικοινωνεί με τους άλλους, λαμβάνοντας κάποιες ακούσιες, το πρώτο διάστημα, εκφράσεις στο πρόσωπό του, τις οποίες στη συνέχεια τις εξελίσσει, σηματοδοτώντας τες. Βρισκόμενο σε διαδικασία μάθησης, προσωποποιεί γνωστές συμπεριφορές, με απώτερο στόχο την επικοινωνία, καθώς και την εκπλήρωση των αναγκών του. Τα δάκρυα, το δάγκωμα, οι κινήσεις των χεριών και των ποδιών και το χαμόγελο αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα της μη λεκτικής επικοινωνίας σ’ αυτήν την ηλικία (Burgoon, Manusov & Guerrero, 2022· Κούρτη, 2007· Ruesch & Kees, 1969).

Για ορισμένους ανθρώπους η μη λεκτική επικοινωνία είναι πιο αξιόπιστη, υπό την έννοια ότι επειδή είναι αυθόρμητη, αποτελεί ένα ισχυρό εργαλείο για την κατανόηση της ψυχοσύνθεσης του άλλου. Παρόλο που η ερμηνεία της είναι αρκετά υποκειμενική, αν ο δέκτης την αντιληφθεί ορθά, μπορεί να κατανοήσει σε βάθος τα λεγόμενα και τις σκέψεις του πομπού. Μάλιστα, οι ενήλικες και τα παιδιά εμπιστεύονται περισσότερο τα μη λεκτικά σήματα, όταν αυτά συνοδεύονται κι έρχονται σε αντίφαση με τα λεκτικά.

Δεν είναι λίγες οι φορές που η μη λεκτική επικοινωνία έχει βοηθήσει στο να καταλάβουμε τη στάση του συνομιλητή απέναντί μας. Ακόμη και σε άγνωστα πρόσωπα που συναναστρεφόμαστε για πρώτη μας φορά, η διαίσθηση μάς κατευθύνει, ώστε να ανακύψουν κάποια αρχικά συμπεράσματα για το συνομιλητή, τη διάθεση του προς εμάς, τη συμπάθεια ή την αντιπάθεια. Η διαδικασία τούτη είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί, έστω κι αν δεν έχουμε συνομιλήσει με τον άλλον στο παρελθόν. Τόσο οπτικές πληροφορίες, όπως αυτή της εμφάνισης και των κινήσεων, όσο και ακουστικές, λόγου χάρη ο τόνος της φωνής, μπορούν να αποτελέσουν «κλειδιά» για την αποκωδικοποίηση της συμπεριφοράς του πομπού, αφού είναι πιο γρήγορα επεξεργάσιμα από τον εγκέφαλο, σε σχέση με τη γλώσσα.

Συχνά τα άτομα δυσκολεύονται να εκφράσουν τις βαθύτερες σκέψεις και τα συναισθήματα τους, τα οποία μπορεί να πληγώσουν με διάφορους τρόπους τους δέκτες τους. Γι’ αυτόν το λόγο, επιλέγουν τη μη λεκτική επικοινωνία ως πιο ανώδυνο δίαυλο εξωτερίκευσής τους. Αν μη τι άλλο, με το λόγο είναι πιο εύκολο να δημιουργηθούν παρεξηγήσεις μεταξύ των συνομιλητών, στεναχωρώντας και τους δύο (Burgoon, Manusov & Guerrero, 2022).

Η λεκτική επικοινωνία σαν όρος δε νοείται αυτούσια, αλλά αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα όταν συνδυάζεται με τα λεκτικά μηνύματα. Ασφαλώς, και τα δύο μπορούν να σταθούν επάξια για την επικοινωνία, ωστόσο ο συγκερασμός τους θα εξασφαλίσει την καλύτερη συναναστροφή με τον άλλο. Για πολλούς, η μη λεκτική επικοινωνία εντάσσεται στη σφαίρα ενδιαφέροντος και μελέτης αποκλειστικά του κλάδου της ψυχολογίας, αν και κάτι τέτοιο φαίνεται να μην ισχύει, καθώς στη δημοσιογραφία, στη διοίκηση επιχειρήσεων, στη νομική και στην εκπαίδευση διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο (Hall, Horgan & Murphy, 2019).

Σε έρευνες που έχουν διεξαχθεί κι αναφέρονται στη διατριβή της Βασιλείου (2004), γίνεται λόγος για το πώς αποκωδικοποιείται η μη λεκτική επικοινωνία των ατόμων. Χρησιμοποιούνται η φωτογράφιση κι η παρατήρηση για να αναλυθεί η μη λεκτική συμπεριφορά εκτενέστερα. Από τα πορίσματα προέκυψε ότι το κεφάλι είναι εκείνο που μεταφέρει το βασικό συναίσθημα (χαρά ή λύπη), αλλά τα χέρια και το υπόλοιπο σώμα το εντείνουν.

Μέρος της μη λεκτικής επικοινωνίας είναι η μη λεκτική συμπεριφορά. Αν και συχνά εντοπίζεται μια ταύτιση ανάμεσα στις δύο, εντούτοις μια μη λεκτική συμπεριφορά δεν απαρτίζει το σύνολο του κώδικα της μη λεκτικής επικοινωνίας, μιας και σ’ αυτήν εντάσσεται ένα πλήθος μη λεκτικών συμπεριφορών.

Μια σύνοψη του ορισμού της «μη λεκτικής επικοινωνίας» που θα μπορούσε να δώσει κάποιος είναι η χρήση κάθε δυνατού μέσου για την επίτευξη της επικοινωνίας, πλην εκείνη της ομιλίας. Αυτό σημαίνει πως μη λεκτική επικοινωνία μπορεί να είναι επικοινωνιακά μέρη σαν τη σιγή, το χάδι, την απόσταση ανάμεσα στους συνομιλητές, τον τρόπο που αξιοποιούνται τα αντικείμενα του περιβάλλοντος κι όχι μόνο η στάση του σώματος, ο τόνος της φωνής, ή η βλεμματική επαφή. Τα μη λεκτικά σήματα είναι απόλυτα συνυφασμένα με την ανθρώπινη ύπαρξη και δυσκολεύεται κανείς να τα αποφύγει, καθώς το οτιδήποτε μη προφορικά εκφρασμένο φέρει επικοινωνιακή σημασία.

Η μη λεκτική επικοινωνία δεν είναι ξέχωρη από το περιβάλλον, αλλά επηρεάζει κι επηρεάζεται από αυτό. Ο κώδικάς της θεωρείται απαράμιλλος, αφού αποκτά νόημα μέσα από τις κοινωνικές καταστάσεις. Ο χρήστης της αξιοποιεί το χώρο εμπρός και γύρω του προκειμένου να εκφραστεί και τα λεγόμενά του δε δύναται να αποτυπωθούν με σύμβολα, όπως εκείνα στη γραπτή επικοινωνία. Κάθε φορά επιλέγει ένα ή και περισσότερα τέτοια μέσα, ανάλογα με την περίσταση και όσα εκφράζουν τον ίδιο ως προσωπικότητα. Έχουν σημασία πρώτα για αυτόν κι εφόσον συμβεί η αποκωδικοποίηση και για το δέκτη (Κούρτη, 2007).

Δυστυχώς, είναι δύσκολη ή ίσως κι ακατόρθωτη η παράθεση μίας λίστας με μη λεκτικές συμπεριφορές, την οποία μπορεί κάποιος να συμβουλευθεί, ώστε να διδαχθεί τη μη λεκτική επικοινωνία. Σε αντίθεση με τη λεκτική επικοινωνία, δεν υφίσταται ένας προσυμφωνημένος γραπτός κώδικας που να περιλαμβάνει την ερμηνεία για την εκάστοτε ενέργεια. Εδώ, άλλωστε, έγκειται η αβεβαιότητα κι ο προβληματισμός που ενυπάρχει για την αποκωδικοποίησή της. Επομένως, αυτή εξαρτάται και από τον πομπό, για το πώς και αν θα τη χρησιμοποιήσει, και φυσικά κι από το δέκτη της, για το πώς εκείνος θα τη μεταφράσει (Blascovich & Hartel, 2008). Μια πιθανή εξήγηση που έχει δώσει η Κούρτη (2007), για το παραπάνω είναι ότι τούτο το πολυδιάστατο σύνολο των μη λεκτικών σημάτων μπορεί να αξιοποιηθεί σε πολλά και διαφορετικά πλαίσια, δημιουργώντας σύγχυση στο δέκτη, μέχρι ο ίδιος να αντιληφθεί σε ποια κατηγορία οφείλει να εντάξει κάθε δράση του πομπού. Από τις πιο συνηθισμένες καταστάσεις που διαχειρίζεται είναι η έκφραση των συναισθημάτων, η αυτοπροβολή, η σχέση ανάμεσα στους συνομιλητές, τα κίνητρα στη συζήτηση και η πειθώς.

Όσο και να πιστεύει κάποιος πως μη λεκτικά δυσκολεύεται να εκφραστεί, αυτό δε σημαίνει πως στην πράξη δεν το κάνει. Μέχρι και η εμφάνιση κι ο τρόπος ένδυσης ενός προσώπου απαρτίζουν κομμάτια της μη λεκτικής επικοινωνίας και παράγοντες που οδηγούν στην εξαγωγή συμπερασμάτων. Και τα δύο μπορούν να δώσουν σημαντικές πληροφορίες για την κοινωνική θέση, για το επάγγελμά, για τη θρησκεία, την πολιτική ταυτότητα, ακόμη και για την ποδοσφαιρική ομάδα που υποστηρίζει κανείς.

Εν αντιθέσει με τη λεκτική επικοινωνία, στη μη λεκτική η αποστολή κι η άντληση των μηνυμάτων πραγματώνεται την ίδια χρονική στιγμή, ενώ παράλληλα χαρακτηρίζεται και από τον αυθορμητισμό. Η αλληλεπίδραση του πομπού με το δέκτη είναι κλιμακωτή, αφού κάποιες φορές δίνει ο ένας μεγάλη προσοχή στα σήματα του άλλου, άλλες μικρότερη ή και μερικές άλλες καμία. Επιπλέον, ο τρόπος αντίδρασης στα μη λεκτικά μηνύματα του συνομιλητή δεν είναι πάντοτε συνειδητός. Συχνά, μπορεί να μη δοθεί ιδιαίτερη ή και καθόλου έμφαση στα μη λεκτικά μηνύματα που εκπέμπει κάποιος άνθρωπος, γι’ αυτό και υπόκεινται ευκολότερα σε παρερμηνεία της συμπεριφοράς του άλλου. Τη στιγμή της επικοινωνίας, τα μη λεκτικά σήματα του πομπού ερμηνεύονται αυτόματα από το δέκτη, ενώ αυτά της λεκτικής επικοινωνίας απαιτούν χρόνο για την επεξεργασία τους, πριν αποκριθεί κανείς σ’ αυτά. Ασφαλώς και τα μη λεκτικά μηνύματα μπορούν να αποκωδικοποιηθούν και μεταγενέστερα και να επανέλθουν στη μνήμη (Οικονόμου, 2017).

Μετάβαση στο περιεχόμενο